Στην είσοδο του όμορφου οικισμού του Σίβα στο Δήμο Φαιστού καλωσορίζει τον επισκέπτη μια εντυπωσιακή βρύση με κοινοτικό πλυσταριό και πηγάδι που οι ντόπιοι ονομάζουν Κάτω Βρύση.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο χώρο στο Σίβα που κάποτε φιλοξενούσε τις γυναίκες του χωριού όταν ήθελαν να βάλουν τη μπουγάδα τους αλλά και όλους τους κατοίκους που ήθελαν να αντλήσουν νερό για τις ανάγκες των σπιτιών τους και των ζώων τους.
Πίσω από τη βρύση αυτή υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ιστορία την οποία καταγράφει ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σίβα και αφορά το πώς κτίστηκε.
Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν, όταν κόπασε η επανάσταση του 1866 και οι άνθρωποι άρχισαν να καλλιεργούν ξανά τα χωράφια τους, ήρθε στο χωριό ο μουλτεζίμης που είχε νοικιάσει το μουκατά του Σίβα, να πάρει το φόρο της δεκάτης.
Ο μουλτεζίμης ήταν κάτι σαν το σημερινό έφορο ενώ ο φόρος της δεκάτης, ο μουκατάς, ήταν το χαράτσι που πλήρωνε το χωριό, ανάλογα με τα εισοδήματά του.
Ο μουλτεζίμης ήταν από το τουρκοχώρι, Καλύβια, και πήγε στο Σίβα παραμονές της εορτής του χωριού του Άη-Γιάννη (29 Αυγούστου).
Είχε το συνήθειο όταν πήγαινε εκεί να τρώει, να πίνει και μετά να μαζεύει τους φόρους και να φεύγει.
Την ημέρα του Άη-Γιάννη του είπαν οι χωριανοί ότι δεν τρώνε λεργιά και πως νηστεύουνε τον Άγιο. Αυτός όμως για να δείξει πως δεν υπολογίζει, ούτε τον Άγιο ούτε και τους χωριανούς, διέταξε να του σφάξουν μια όρνιθα και αφού την έφαγε και ήπιε και κάνα-δυό κρασά, πήγε και ξάπλωσε σε μια πεζούλα έξω από την εκκλησία.
Βλέποντας τους χωριανούς να τον κοιτάνε με μισό μάτι και για να δείξει ακόμη περισσότερο ότι δεν υπολογίζει κανένα, παίζει μια κλωτσιά στην πόρτα της εκκλησίας και μπαίνει μέσα.
Βγάζει την πιστόλα του και από την πόρτα ξαμώνει το κεφάλι του Χριστού στο τέμπλο και πυροβολεί. Η σφαίρα φεύγει σαν αστραπή και τρυπά τον Σταυρωμένο Χριστό στο κούτελο (σ.σ. η τρύπα από την σφαίρα υπάρχει ακόμη και σήμερα στην εκκλησία).
Σαν τελείωσε το «ανδραγάθημά του» βγαίνει και καθίζει πάλι στην πεζούλα.
Εκεί όμως εμφανίστηκε μια σφήγκα που τον δάγκωσε στην γάμπα του ποδιού το οποίο αμέσως άρχισε να πρήζεται.Σαν είδε το πρήξιμο, λύνει τη φοράδα του και φεύγει για τα Καλύβια.
Μέχρι να φτάσει στο χωριό είχε πρηστεί ολόκληρος και τότε κατάλαβε πως ήταν η τιμωρία του Αγίου για τη συμπεριφορά του.
Λέει, τότε στο φαμέγιο του: Καβαλίκεψε την φοράδα μου να πας στου Σίβα, να βρεις τον παπά τους, να του πεις να κάμει παράκληση στον Άγιό τους να μην ποθάνω και εγώ ότι θέλουν οι Σιβιανοί θα τους το φτιάξω μετά.
Πάει ο φαμέγιος στο Σίβα βρίσκει τον παπά Σύγγελο, και του λέει για την παραγγελιά.Ο παπάς φοβήθηκε πως αν ποθάνει, το μίσος των Οθωμανών μπορεί να ξεσπάσει στο χωριό, και έκαμε παράκληση για να σωθεί.Πράγματι μετά από δυο-τρείς μέρες ξεπρήστηκε.
Καβαλίκεψε λοιπόν τη φοράδα του, πήγε στο χωριό και λέει των προεστών: Τι χάρη θέλετε να σας κάμω, επειδή με έγιανε ο Άγιος σας.
Αν θες Αγά-Αφέντη να μας φτιάξεις μια βρύση που να παίρνει το νερό από το πηγάδι του χωριού, για να μην τυραννιούνται οι χωριανοί, να το βγάζουν σταμνί-σταμνί από το πηγάδι, του απαντούν εκείνοι.
Έβαλε λοιπόν μαστόρους κι έφτιαξαν ένα αγωγό που πήρε το νερό από το πηγάδι και το κατέβασε με φυσική ροή ως τη βρύση.
Σαν τέλειωσε το έργο λέει στους προεστούς: Για να θυμάται ο κόσμος το γεγονός θα μου επιτρέψετε, να βρω έναν τεχνίτη να φτιάξει πάνω στην πέτρα έναν καβαλάρη που να έχει ένα κυπαρίσσι μπρός κι ένα πίσω και να γράφει αποκάτω στα αραβικά το όνομά μου και το λόγο που χτίστηκε η βρύση.
Η επιγραφή δεν σώζεται σήμερα όμως φαίνονται ίχνη του καβαλάρη και των κυπαρισσιών.
Μετά από κάποια χρόνια και για να εξυπηρετούνται οι γυναίκες του χωριού που έπλεναν εκεί τα ρούχα τους, η κοινότητα έφτιαξε γούρνες και για να προστατεύονται από τις καιρικές συνθήκες, στέγασε το χώρο με υπόστεγο που το άνοιγμα του είναι μια μεγάλη καμάρα

