Στις βόρειες υπώρειες της Δίκτης και βορειοανατολικά του
σημερινού χωριού Λύττος, στο Δήμο Μινώα Πεδιάδος, πάνω σε ύψωμα, βρίσκονται τα ερείπια μιας από τις
ισχυρότερες αρχαίες πόλεις της Κρήτης.
Η Λύττος ή Λύκτος, αναφέρεται σε κείμενα πολλών περιηγητών αλλά
και προγενέστερων ιστορικών και ποιητών, όπως ο Όμηρος ο οποίος την είχε
υμνήσει.
Η Λύκτος μάλιστα θεωρήθηκε ως τόπος γέννησης του Δία από τον Ησίοδο και λίκνο του περίφημου σπαρτιατικού πολιτεύματος
από τον Αριστοτέλη.
Στη διάρκεια ανασκαφών έχουν αποκαλυφθεί στη Λύκτο πολλά και
σημαντικά κτίσματα διαφόρων περιόδων καθώς και αντικείμενα που βοηθούν τους αρχαιολόγους
να κατανοήσουν το πώς ζούσαν και είχαν οργανώσει την πόλη τους οι κάτοικοι της.
Μεταξύ αυτών των ευρημάτων κι ένα λίθινο αρχιτεκτονικό μέλος, το οποίο παρουσιάζεται αυτό το διάστημα στην περιοδική έκθεση "Εκατόμπολις", στο
Αρχαιολογικό Μουσείου του Ηρακλείου.
Γιατί όμως έχει
ενδιαφέρον αυτό το κομμάτι λαξευμένης πέτρας;
Αρχικά να πούμε, πως σύμφωνα με τη συνοδευτική επιγραφή της έκθεσης, ο συγκεκριμένος λίθος (5ος-6ος αιώνας π.χ) προέρχεται πιθανόν από αρχαϊκό ναό και επαναχρησιμοποιήθηκε
ως κιονόκρανο σε μεταγενέστερη εποχή.
Πάνω του φέρει μια άκρως ενδιαφέρουσα επιγραφή που
ουσιαστικά αποκαλύπτει πως δεν ήταν άγνωστη στη Λύκτο η περίφημη ξενηλασία, που
κυρίως γνωρίζουμε από τους Σπαρτιάτες. Εικάζεται δε πως η επιγραφή χαράχθηκε μετά από συγκεκριμένο γεγονός προς γνώση και συμμόρφωση όλων. Στην δεύτερη πλευρά της πέτρας υπάρχει μια ακόμα επιγραφή διαχείρισης βοσκοτόπων.
Το εν λόγω αρχιτεκτονικό μέλος της Λύκτου φέρει, λοιπόν,στην μια του όψη, εγχάρακτη επιγραφή με απαγορευτική διάταξη εγκατάστασης και φιλοξενίας ξένων στην πόλη.Στην αρχαιότητα, η ξενηλασία δεν απλά μια αυθόρμητη ενέργεια, αλλά αποτελούσε επίσημο και θεσμοθετημένο μέτρο.
Πόλεις-κράτη, όπως η Σπάρτη, υιοθετούσαν την πρακτική αυτή κυρίως σε περιόδους με πολεμικές συγκρούσεις ή όταν υπήρχαν φόβοι για κατασκοπεία.Ήθελαν με αυτό τον τρόπο να διατηρήσουν την ασφάλεια και τη συνοχή τους χωρίς να φοβούνται πως κάποιος ξένος θα την διαταράξει.
Η λέξη ξενηλασία είναι σύνθετη και προέρχεται από το «ξένος»
και το ρήμα «ελαύνω», το οποίο σημαίνει «οδηγώ, καθοδηγώ».
Και μπορεί στις μέρες
μας σπάνια εως καθόλου να κάνει την εμφάνιση της αυτή η λέξη, όμως αυτό που
αντιπροσωπεύει το συναντάμε, δυστυχώς, σε μεγάλη κλίμακα αφού στις κοινωνίες μας
δεν είναι άγνωστες οι πρακτικές της απόρριψης, απομόνωσης ή αποκλεισμού
ανθρώπων που θεωρούνται ξένοι ή διαφορετικοί.
Είναι μια πραγματικότητα στη σύγχρονη εποχή τα φαινόμενα ξενοφοβίας, κοινωνικού αποκλεισμού ή
και πολιτισμικής απόρριψης. Αλλά όπως προκύπτει από τέτοιου είδους ευρήματα ήταν και πολύ πίσω στο χρόνο.
Όπως αναφέρει ο αρχαιολόγος Κλεάνθης Σιδηρόπουλος, στον κατάλογο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης για το συγκεκριμένο
έκθεμα, η επιγραφή της Λύκτου αποτελεί εξαιρετικά σπάνια και κρίσιμη επιγραφική
μαρτυρία του θεσμού της ξενηλασίας στην αρχαία Κρήτη. Το κείμενο της ρυθμίζει
με αυστηρότητα την απαγόρευση φιλοξενίας ξένων στην επικράτεια της πόλης
επιβάλλοντας οικονομικές κυρώσεις και
συγκεκριμένα πρόστιμο εκατό λεβήτων για κάθε παράνομη φιλοξενία, ακόμα και αν
αυτή έχει εγκριθεί από ανώτατους άρχοντες της πόλης, τους λεγόμενους κόσμους.
Εξαιρούνται μόνο όσοι βρίσκονται υπό την προστασία ή εξουσία κάποιου Λύκτιου,
καθώς και οι κάτοικοι της Ιτάνου, με την οποία η Λύκτος διατηρούσε, προφανώς,
προνομιακές πολιτικές σχέσεις.
Την εφαρμογή των ποινών αναλαμβάνουν αρμόδιοι επόπτες, οι
οποίοι οφείλουν να διασφαλίζουν τη συνεχή επιβολή του προστίμου έως την
οριστική παύση της παράνομης κατάστασης.
Η επιγραφή επιβεβαιώνει, σύμφωνα με τον κ. Σιδηρόπουλο, την
αναφορά του Πλάτωνα στους Νόμους, όπου
η ξενηλασία περιγράφεται ως θεσμός καθιερωμένος και ευρέως εφαρμοζόμενος στους Κρήτης,
σε αντίθεση με τη φιλοξενία που αποτελεί χαρακτηριστικό άλλων ελληνικών
περιοχών.
Ο θεσμός της ξενηλασίας, πέρα από τη διοικητική του διάσταση
αποκτά ευρεία κοινωνική και τελετουργική σημασία ως μηχανισμός οριοθέτησης της πολιτικής
κοινότητας, διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής και ενίσχυσης της διάκρισης
ανάμεσα στον «έσω» και τον «έξω» κόσμο. Η απέλαση των ξένων φέρει ταυτόχρονα
νομικές και τελετουργικές πτυχές, λειτουργώντας ως μέσο προστασίας της κοινότητας
από εξωτερικές επιρροές ή απειλές.
Να σημειώσουμε πως ο κυβόλιθος στη δεύτερη όψη του φέρει επιγραφή σχετιζόμενη με τη διαχείριση των κοινόχρηστων πόρων και
ειδικότερα των βοσκοτόπων για μικρά και μεγάλα ζώα. Το κείμενο προβλέπει τη
συγκέντρωση και διαλογή των κοπαδιών ανά είδος, γεγονός που υπογραμμίζει τη
σημασία της ρύθμιση των φυσικών πόρων για την οικονομική λειτουργία της κοινότητας.
Αναφορικά τώρα με τη συνολική ερμηνεία των επιγραφών,
αναφέρεται στον κατάλογο της έκθεσης, πως έχουν εκφραστεί διιστάμενες απόψεις.
Άλλοι προτείνουν ότι τα κείμενα αντανακλούν κοινωνική ένταση μεταξύ μιας
εύπορης ελίτ που προσέλαβε ξένους για την εντατική εκμετάλλευση των εκτάσεων
και μιας πλειοψηφίας φτωχότερων Λύκτιων που αντιδρούν με την αποπομπή των ξένων
και την κοινή διαχείριση των κοπαδιών. Η αντίθετη πλευρά θεωρεί ότι η υπόθεση
μιας τόσο ριζοσπαστικής κανονιστικής νομοθεσίας , η οποία θα αμφισβητούσε τις ιδιοκτησιακές
σχέσεις της εποχής, είναι μάλλον απίθανη σε μια κοινωνία του 6ου
αιώνα π.Χ.
Επιπλέον η αναφορά στα κείμενα σε επαναλαμβανόμενες
διαδικασίες ενισχύει την εκδοχή ότι οι θεσμοί της ξενηλασίας και της διαχείρισης
των κοινών πόρων ήταν πάγιοι και θεσμικά κατοχυρωμένοι και όχι έκτακτα μέτρα
αντιμετώπισης μιας κοινωνικής κρίσης. Συντασσόμενοι, γράφει ο κ. Σιδηρόπουλος,
με αυτή τη δεύτερη προσέγγιση αναγνωρίζουμε τον θεσμό της ξενηλασίας ως βασική
μηχανισμό οριοθέτησης της κοινότητας και διαφύλαξης τη εσωτερικής συνοχής.
Συνολικά η επιγραφή της Λύκτου αναδεικνύει την οργανωμένη θεσμικά κατοχυρωμένη και πολιτικά λειτουργική δομή της πόλης στην Αρχαϊκή Κρήτη. Παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις κοινωνικές ιεραρχίες, τις αντιλήψεις περί ταυτότητας και τις πρακτικές διαχείρισης του χώρου, ενισχύοντας την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι Κρήτες περιχαράκωναν τα όρια της κοινότητας διαφύλασσα την κοινωνική συνοχή και αντιμετώπιζαν τις εξωτερικές επιρρόες.
