Σπουδαία ευρήματα ήλθαν στο φως στην Κνωσό στο θρησκευτικό κέντρο που αποκαλύφθηκε δυτικά της - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Σπουδαία ευρήματα ήλθαν στο φως στην Κνωσό στο θρησκευτικό κέντρο που αποκαλύφθηκε δυτικά της


Ενώπιον μιας πολύ σημαντικής ανακάλυψης βρίσκονται οι αρχαιολόγοι στην Κνωσό καθώς πλέον μιλούν για την ύπαρξη εκεί ενός  θρησκευτικού κέντρου με πολύ σπουδαία ευρήματα, μεταξύ των οποίων μια κυκλική στεφάνη από ελεφαντοστό που φέρει  την μεγαλύτερη επιγραφή τελετουργικού και θρησκευτικού περιεχομένου με συλλαβογράμματα της Γραμμικής Α. 

Σε δημοσίευμα της πρώτη η Εφημερίδα των Συντακτών δίνει λεπτομέρειες για τις νέες ανακαλύψεις στον δυτικό σύγχρονο οικισμό της Κνωσού, στην τοποθεσία Μπουγάδα Μετόχι.

Η διδάκτορας Αρχαιολογίας Αθανασία Κάντα, επίτιμη διευθύντρια Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ηρακλείου, που βρίσκεται με την ομάδα της πίσω από τη μεγάλη αυτή επιτυχία, εξήγησε στην εφημερίδα πως, ήδη από τη Νεολιθική Εποχή υπάρχουν στοιχεία λατρευτικών-μαγικών τελετουργιών στην Κνωσό.

Μικροσκοπικό μαρμάρινο ανδρικό ειδώλιο εξαιρετικής τέχνης που είχε βρεθεί από τον Εβανς πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι είχε τοποθετηθεί μέσα σε δακτυλιόσχημη βάση ανεστραμμένη, ώστε να σχηματίσει ρηχή υποδοχή για το ειδώλιο και είχε καλυφθεί με ώχρα. Η ώχρα άφησε τα ίχνη της επάνω στο ειδώλιο και τη βάση του αγγείου.

Η διαπίστωση της ώχρας επιβεβαιώθηκε με τη μέθοδο της φασματοσκοπίας φθορισμού ακτίνων Χ (XRF - X-Ray fluorescence spectrometry). Η ανάλυση έδειξε όχι μόνο τη συμβατότητα της ώχρας στα δύο αντικείμενα αλλά και ότι η βάση του αγγείου θερμάνθηκε μαζί με την ώχρα στο πλαίσιο κάποιας πιθανής τελετουργίας.

Το Θρησκευτικό Κέντρο της Πόλης της Κνωσού,  χαρακτηρίζεται από διαχρονία της λατρείας, που καλύπτει τμήμα της Παλαιοανακτορικής Εποχής (18ος αι. π.Χ.) έως τον 2ο αι. μ.Χ. και αργότερα.

Σε τμήμα του Θρησκευτικού Κέντρου έχει αποκαλυφθεί ρωμαϊκό τέμενος με τοίχο και δύο ευθύγραμμες βαθμίδες θέασης θρησκευτικών τελετουργιών, κατά το πρότυπο των αρχαίων ναών και των δημόσιων χώρων θέασης. Πρόκειται δηλαδή για έναν μικρό «θεατρικό χώρο».

Το τέμενος περιελάμβανε έναν διπλό ναό αφιερωμένο στην Αρτέμιδα και τον Δία. Στον βόρειο ναό έχουν βρεθεί θρανίο και εσχάρα. Επάνω στο θρανίο βρέθηκαν λατρευτικά αντικείμενα. Πρόκειται για κεφαλή Σέραπη, κεφαλή Διονύσου και λίθινο βωμίσκο. Στον νότιο ναό βρέθηκαν μαρμάρινη κεφαλή Δία εξαιρετικής τέχνης, καθώς και πήλινη προτομή του ίδιου θεού.

Στο δάπεδο βρέθηκαν, επίσης, ειδώλιο βρεφοκρατούσας ένθρονης Ισιδας, καθώς και ειδώλιο άνδρα με ανασηκωμένο ένδυμα. Στη θέση των γεννητικών οργάνων υπάρχει οπή. Το σώμα του ειδωλίου αυτού συγκολλήθηκε με την κεφαλή Σέραπη που βρέθηκε στο θρανίο του βόρειου ναού. Στη μεγάλη οπή, ίσως, έβαζαν το ανδρικό μόριο από φθαρτό υλικό κατά τη διάρκεια τελετών.

Πρόκειται για παράσταση Σέραπη που παραπέμπει στον αιγυπτιακό θεό Οσιρι και τον μύθο του. Δηλαδή, το ειδώλιο σχετίζεται με τον γνωστό αιγυπτιακό μύθο τεμαχισμού του θεού από τον αδερφό του Σεθ, την ανάκτηση των τεμαχίων από τη σύζυγό του Ισιδα και την αντικατάσταση του μορίου του. Οι κύριες λατρευόμενες θεότητες στον διπλό ναό αναγνωρίζονται από αγγείο με εγχάρακτη επιγραφή που αναφέρει δύο θεότητες, την Άρτεμη και τον Δία.

Έξω από τις δύο εισόδους των ναών υπάρχουν θρανία και έξω από τον νότιο ναό ορθογώνια περιοχή με δάπεδο ασβεστοκονιάματος, ενώ το δάπεδο του τεμένους είναι από πατημένο χώμα. Ενδέχεται οι τελετές θέασης και τα δρώμενα να επικεντρώνονταν με πορεία από το εξωτερικό προς το εσωτερικό των δύο ναών. Κεφαλή με τμήμα μαρμάρινης αρχαϊστικής ερμαϊκής στήλης βρέθηκε έξω από τη βόρεια άκρη του βόρειου ναού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εύρημα, που σχετίζεται με τους δύο ναούς, είναι μία κτιστή κατασκευή, που συνδέεται με τον νότιο και δυτικό τοίχο του νότιου ναού. Πρόκειται για μία υπόγεια τετράπλευρη κατασκευή, η οποία διατηρεί πλάκες που καλύπτουν διαγώνια τις γωνίες και δημιουργεί μια εκφορικότητα, από ύψος 0,70 μ. έως 1,20 μ. από τον πυθμένα της.

Έτσι, η κατασκευή αυτή μετατρέπεται σε περίπου θολωτή. Στο εσωτερικό της βρέθηκε ρωμαϊκό μυροδοχείο. Τέτοιες κατασκευές είναι πρόδρομοι της «θάλασσας» των παλαιοχριστιανικών βασιλικών, όπου γινόταν εναπόθεση υδάτων που είχαν σχέση με τη λατρεία.

Κάτω από τα πατώματα της Ρωμαϊκής Εποχής βρέθηκαν κτίρια ελληνιστικών χρόνων και βαθύτερα βρέθηκε ένα μοναδικό ιερό της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ακριβώς κάτω από τον νότιο ρωμαϊκό ναό. Το ιερό αυτό είχε ιδρυθεί επάνω από ένα μεγάλο νεοανακτορικό κτίριο θρησκευτικού χαρακτήρα και ονομάστηκε «Ιερό των Φετίχ», κατά αντιστοιχία με το «Ιερό των Φετίχ», το οποίο βρέθηκε στο Μικρό Ανάκτορο της Κνωσού από τον sir Arthur Evans.

Τα ευρήματα του ιερού του Μικρού Ανακτόρου όμως δεν βρέθηκαν κατά χώρα, αλλά πεσμένα από τον όροφο στο ισόγειο και γι’ αυτό η ύπαρξή του αμφισβητήθηκε από διάφορους ερευνητές.

Η περίπτωση του «Ιερού των Φετίχ» του Θρησκευτικού Κέντρου της Πόλης της Κνωσού είναι διαφορετική. Τόσο η διαμόρφωση του κτιρίου όσο και τα ίδια τα ευρήματα βρέθηκαν στη θέση τους και ο θρησκευτικός τους χαρακτήρας είναι αδιαμφισβήτητος. Πρόκειται για ένα κτίριο δίχωρο με προθάλαμο.

Το κυρίως ιερό είχε θρανίο, επάνω στο οποίο είχαν τοποθετηθεί τρία λίθινα συσσωματώματα. Μπροστά τους στο δάπεδο υπήρχαν αγγεία με προσφορές, ενώ στο κέντρο περίπου του δωματίου υπήρχε λίθινος πεσσός. Γύρω από τον πεσσό και πάνω στο δάπεδο είχαν τοποθετηθεί επίσης αγγεία με προσφορές.

Όπως δείχνει η κεραμική, το ιερό αυτό εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1230 π.Χ. Ο πεσσός αποτελείται από έναν ορθογώνιο λίθο διαστάσεων 0,30 μ. επί 0,32 μ. Δεν υπήρχαν άλλοι λίθοι μέχρι την οροφή του κτιρίου επάνω σε αυτόν τον πεσσό. Τέτοιοι πεσσοί, όπως είναι γνωστό, δεν κατασκευάζονται πια μετά τη Νεοανακτορική Εποχή.

Ο πεσσός του «Ιερού των Φετίχ» είναι ένα λατρευτικό αντικείμενο, ίσως μια ανεικονική παράσταση της θεότητας. Παρόμοιος πεσσός εμφανίζεται σε πλακίδια υαλόμαζας από τις Μυκήνες. Εκεί, ο πεσσός έχει εκατέρωθεν δύο δαίμονες της βλαστήσεως, οι οποίοι κάνουν σπονδές με πρόχους στον πεσσό.

Ο προθάλαμος, αν και δεν σώζεται ολόκληρος, διέθετε δάπεδο από ασβεστοκονίαμα, όπως άλλωστε και ο κύριος θάλαμος του ιερού. Οι τοίχοι του κυρίως θαλάμου δεν διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση, διότι σε μεταγενέστερες εποχές, ίσως κατά την Ελληνιστική Περίοδο, σε όλο το βόρειο μισό του οικοπέδου ανοίχθηκαν τάφροι για την αφαίρεση δομικού υλικού, ιδίως δόμων της Νεοανακτορικής Εποχής.

Ωστόσο, το αρχικό ασβεστοκονίαμα, με το οποίο ήταν επιχρισμένοι οι τοίχοι του «Ιερού των Φετίχ», παρέμεινε στη θέση του δείχνοντας σαφώς την ύπαρξη και πορεία των τοίχων. 

Χαρακτηριστικό των κτισμάτων του οικοπέδου είναι ότι σε μεγάλο βαθμό η κάθε οικοδομική φάση ανακύκλωσε δομικό υλικό των προηγούμενων. Ετσι, το «Ιερό των Φετίχ» κτίστηκε από ανακυκλωμένο δομικό υλικό του μεγάλου νεοανακτορικού κτιρίου, που βρίσκεται κάτω από αυτό.

Ο δυτικός τοίχος του κυρίως θαλάμου έχει σαφές πρόσωπο προς τα ανατολικά, ενώ η δυτική του όψη δεν είναι κανονική, δείχνοντας ότι το «Ιερό των Φετίχ» έχει κτιστεί μέσα σε μία τάφρο που ανοίχθηκε σε επίχωση, η οποία δημιουργήθηκε από την κατάρρευση ενός από τα δωμάτια του νεοανακτορικού κτιρίου.

Πολύ αργότερα, όταν πιθανόν κατά τη μέση Ελληνιστική Περίοδο (275-150 π.Χ.) γινόταν αφαίρεση δομικού υλικού παλαιότερων εποχών, άρχισε η αφαίρεση της βόρειας πλευράς και βορειοδυτικής γωνίας του κυρίως θαλάμου του «Ιερού των Φετίχ». Τότε ήρθε στο φως, σε ορισμένα σημεία, το πάνω μέρος των συσσωμάτων.

Φαίνεται ότι ο ιερός χαρακτήρας του χώρου έγινε αντιληπτός και, για να μην καταρρεύσει η βορειοδυτική γωνία του, από την οποία είχε αρχίσει η αφαίρεση λίθων, κτίστηκε αναλημματικός τοίχος σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς και υποστυλώθηκε η βορειοδυτική γωνία. Ο τοίχος αυτός έχει καλό πρόσωπο προς Βορρά, ενώ το εσωτερικό του αποτελείται από γέμισμα με πέτρες και χώμα.

Πάνω στο δάπεδο του κυρίως θαλάμου βρέθηκε σφράγισμα του κρεμαστού τύπου nodulus με διάτρηση στον κατά μήκος άξονα. Εχει γίνει από σφραγιδοκύλινδρο κυπροαιγαιακού τύπου με παράσταση ανθρώπινης μορφής, κίονα, φιδιού και κερασφόρου δαιμονικής μορφής.

Εκτός του προθαλάμου υπάρχει και δεύτερος χώρος του «Ιερού των Φετίχ». Εχει, επίσης, δάπεδο από ασβεστοκονίαμα, το οποίο διατηρείται σε μεγάλο μέρος της έκτασής του. Σφραγισμένο κάτω από το δάπεδο αυτό και σαφώς πάνω από τα ερείπια των τοίχων του νεοανακτορικού κτιρίου, βρέθηκε ένα μοναδικό για την Κρήτη μέχρι τώρα αντικείμενο, που εναποτέθηκε ως εγκαίνιο στο «Ιερό των Φετίχ».

Πρόκειται για κοντό χάλκινο ξίφος μήκους 40 εκατοστών. Εχει ελεφάντινο μήλο και ελεφάντινη επένδυση λαβής, που στερέωναν επίχρυσοι ήλοι. Το ξίφος φέρει ένθετη διακόσμηση καθιστού γρύπα με ανοικτά χρυσά φτερά και στις δύο πλευρές του. Πρόκειται για την τεχνική της μελανής ένθετης διακόσμησης, η οποία παλαιότερα λεγόταν niello και με αυτήν έχουν κατασκευαστεί τα γνωστά εγχειρίδια της μυκηναϊκής Ελλάδας.

H ένθετη διακόσμηση έγινε μέσα σε κόψιμο, το οποίο ακολουθούσε το περίγραμμα του γρύπα σε βάση κράματος χαλκού με την εφαρμογή φύλλων χρυσού και αργύρου στη διαμορφωμένη επιφάνεια του ξίφους.

Η παρουσία του γρύπα στο μοναδικό αυτό αντικείμενο παραπέμπει σε βασιλικό όπλο και σχετίζεται με τη μυκηναϊκή βασιλική δυναστεία του τελευταίου ανακτόρου της Κνωσού. Το Δωμάτιο του Θρόνου της Κνωσού διακοσμείται με τοιχογραφία γρυπών, μεταξύ των οποίων, δύο εκατέρωθεν του θρόνου.

Η τοιχογραφία αυτή παραπέμπει στον γρύπα ως σύμβολο της δυναστείας. Υπενθυμίζεται ότι γρύπες υπάρχουν, επίσης, στο Δωμάτιο του Θρόνου του ανακτόρου της Πύλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η περιοχή της Μεσσηνίας και όλης της νότιας Πελοποννήσου γενικότερα, τη Μυκηναϊκή Εποχή έχει πολλά μινωικά στοιχεία.

Το «Ιερό των Φετίχ» εγκαταλείφθηκε, όπως δείχνει η τυπική κεραμική που ανήκει στην προχωρημένη ΥΜ ΙΙΙΒ περίοδο (περίπου 1230 π.Χ.). Οταν λοιπόν χτίστηκε το Ιερό, τοποθετήθηκε ως εγκαίνιο κάτω από το δάπεδό του ένα βασιλικό όπλο διακοσμημένο με το σύμβολο της δυναστείας. Αντίθετα, κατά την εγκατάλειψη, ή λίγο πριν από αυτήν, τοποθετήθηκαν ως προσφορές επάνω στο δάπεδο χονδροειδείς μικρές λεκανίδες με το περιεχόμενό τους.

Η λατρεία που λάμβανε χώρα στο ιερό αυτό χαρακτηρίζεται από σπονδές, όπως δείχνουν τα τυπικά σχήματα των αγγείων που βρέθηκαν. Πρόκειται για υψίποδες κύλικες, κύλικες με χαμηλό πόδι του τύπου «champagne cup», πρόχοι, κρατήρες, λίγοι ψευδόστομοι αμφορείς κ.ά., δηλαδή κοινά σχήματα της μυκηναϊκής Κρήτης.

Κάτω από το «Ιερό των Φετίχ» υπάρχει ένα μεγάλο μακρόστενο νεοανακτορικό δωμάτιο. Είναι τμήμα του μεγάλου νεοανακτορικού κτιρίου, πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το βόρειο δωμάτιο του «Ιερού των Φετίχ» και αργότερα ο ρωμαϊκός ναός.

Το δωμάτιο αυτό, του οποίου ο δυτικός τοίχος σώζεται σε μεγάλο ύψος (2,80 μ.), παρουσιάζει σαφείς ιδιαιτερότητες που έχουν σχέση με θρησκευτικές τελετουργίες. Η ανασκαφή του δωματίου αυτού έχει ολοκληρωθεί μόνο εν μέρει, διότι πάνω σε τμήμα του βρίσκεται το «Ιερό των Φετίχ». Στη βορειοδυτική γωνία του δωματίου υπάρχει κτιστός αποθέτης μέσα στον οποίο βρέθηκε πληθώρα αγγείων.

Το σημαντικότερο εύρημα είναι όμως ένα θρησκευτικό σύμβολο εν είδει «σκήπτρου» από ελεφαντόδοντο. Πρόκειται για ένα περίπου κυκλικό αντικείμενο τετράπλευρης διατομής από τμήμα χαύλιου ελέφαντα, το οποίο φέρει επιγραφή Γραμμικής γραφής Α σε όλες τις πλευρές. Η επιγραφή αυτή είναι η μεγαλύτερη που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα.

Το κάτω τμήμα του κύκλου είχε κενό, στο οποίο προσαρμόζονταν η λαβή του «σκήπτρου». Η λαβή αυτή, επίσης από ελεφαντόδοντο, είναι τετράπλευρη και μειούμενη σε πλάτος προς τα κάτω. Φέρει επιγραφές και στις τέσσερις πλευρές της. Ο ελεφάντινος κύκλος έχει δύο μικρές αντωπές διαμπερείς οπές για την πρόσθεση ήλων που συγκρατούσαν κυκλικό αντικείμενο από φθαρτό υλικό που δεν σώθηκε.

Το μοναδικό αυτό αντικείμενο μαρτυρείται και σε άλλα μινωικά τέχνεργα παρόμοιας, αλλά και μεταγενέστερης εποχής.
Φαίνεται ότι το «σκήπτρο» εναποτέθηκε στον αποθέτη μετά τη χρήση του. Στρογγυλό πλακίδιο φαγεντιανής διαμέτρου 15 εκατοστών με δύο όψεις, το οποίο έφερε οπή στη μέση, φαίνεται ότι σχετίζεται με το ελεφαντοστέινο «σκήπτρο». Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο αντικείμενα βρέθηκαν μαζί στον αποθέτη και έχουν περίπου την ίδια διατομή. Είναι ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα δεύτερο «σκήπτρο». Ο αποθέτης περιείχε, επίσης, μεταξύ άλλων, μαρμάρινο αγγείο, καθώς και αναθηματικό εγχειρίδιο από φύλλο χαλκού.

Το ίδιο νεοανακτορικό δωμάτιο στην ανατολική του πλευρά περιείχε «κασέλα» κατασκευασμένη από τέσσερις μεγάλες μονολιθικές πλάκες με εσωτερικές διαστάσεις στον άξονα Β-Ν 1,35 μ. και μέγιστη διάσταση 1,60 μ. στον άξονα Α-Δ. Στα τέσσερα σημεία ενώσεώς τους έφεραν ξύλινους κιονίσκους οκτώσχημης διατομής, οι οποίοι φαίνεται ότι ήταν υπερυψωμένοι πάνω από την επιφάνεια της «κασέλας» και στήριζαν ένα είδος απλού κιβωρίου με ξύλινη επιφάνεια προορισμένη για υγρές προσφορές.

Αυτό επιβεβαιώνεται από ένα αυλάκι επιχρισμένο με κονίαμα που υπήρχε στις πλευρές της πλάκας του πυθμένα της «κασέλας». Μόνο τμήμα της «κασέλας» ανασκάφθηκε, καθώς το υπόλοιπο μέρος βρίσκεται κάτω από το «Ιερό των Φετίχ».

Εντός της Νεοανακτορικής Εποχής, η «κασέλα» καταργήθηκε και σκεπάστηκε. Πάνω της κατασκευάστηκε δάπεδο από χώμα. Κατά την τελική καταστροφή του κτιρίου βρέθηκαν δεκάδες προχοϊδίων, καθώς και κύπελλα, πύραυνα και πρόχοι. Ισως ήταν πεσμένα από ράφια στους τοίχους του δωματίου. Το πλήθος των προχοϊδίων, των οποίων το μικρογραφικό μέγεθος υποδηλώνει ότι προορίζονταν για αρωματικές ή φαρμακευτικές ουσίες, υπαινίσσεται την τελετουργική χρήση του χώρου.

Στο ίδιο δωμάτιο βρέθηκε σφραγίδα με θρησκευτικό θέμα. Γυναικεία μορφή κρατάει στο χέρι και στηρίζει στον ώμο της μεγάλο διπλό πέλεκυ, ενώ στο άλλο χέρι κρατάει αναθηματική εσθήτα. Ομοιώματα τέτοιων ενδυμάτων από φαγεντιανή έχουν βρεθεί μαζί με τις «Θεές των Οφεων».

Πίσω από τη μορφή εικονίζεται σπείρα, η οποία αποδίδει τοιχογραφία σε κλειστό χώρο. Τμήματα τέτοιας τοιχογραφίας έχουν βρεθεί σε νεοανακτορικό δωμάτιο του Θρησκευτικού Κέντρου. Σφραγίδα με το ίδιο θέμα έχει βρεθεί και στο ανάκτορο της Κνωσού.

Ενα άλλο δωμάτιο του νεοανακτορικού κτιρίου αποκαλύφθηκε στη βορειοδυτική άκρη του οικοπέδου του Θρησκευτικού Κέντρου. Μόνο τμήμα του δωματίου ανασκάφθηκε, αφού η συνέχειά του εκτείνεται σε διπλανό οικόπεδο. Η ιδιαιτερότητα του χώρου αυτού είναι προφανής από τα ευρήματα.

Κάτω από το δάπεδο του δωματίου, σκεπασμένο με στρογγυλή λίθινη πλάκα, βρέθηκε εγκαίνιο θεμελίωσης σε μικρό αποθέτη σκαλισμένο στον βράχο. Μετά την αφαίρεση της πλάκας παρουσιάστηκε αγγείο που περιείχε κάρβουνα. Κάτω από αυτό βρέθηκε σειρά αντικειμένων τελετουργικού-θρησκευτικού χαρακτήρα.

Υπήρχε χάλκινος διπλός πέλεκυς. Ενας σιδερένιος πέλεκυς είχε τοποθετηθεί πάνω στον χάλκινο και με τη διάβρωσή του κατά τη διάρκεια των χιλιετιών είχε κολλήσει σε αυτόν. Τα δύο αντικείμενα δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθούν πλέον. Βρέθηκαν και σκωρίες σιδήρου που ανήκουν στον πέλεκυ αυτό. Βρέθηκαν επιπλέον μικρογραφικοί πελέκεις από άργυρο και χρυσό.

Στον ίδιο εγκαίνιο θεμελίωσης υπήρχαν: επιπεδόκυρτο τάλαντο χαλκού τύπου «bun», τμήματα ράβδων χρυσού, αργύρου και χαλκού, καθώς και άλλες πρώτες ύλες όπως ορεία κρύσταλλος, αμέθυστος, σάρδιος και κυανόλευκος λίθος. Βρέθηκαν, επίσης, χάντρες από λαζουρίτη (lapis lazuli) και χάλκινη αναθηματική λεπίδα.

Ενα άλλο εξαιρετικά σημαντικό εύρημα του δωματίου αυτού ήταν μια μικρή τετράπλευρη κατάγραφη σφραγίδα με Ιερογλυφική γραφή, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει και φόρμουλα, που θεωρείται ότι αποδίδει το όνομα της θεότητας (A-SA-SA-RA-NE).
Ενα χαρακτηριστικό του Θρησκευτικού Κέντρου της Πόλης της Κνωσού είναι η παρουσία αποθετών και αποθέσεων διαφορετικών περιόδων. Στη νότια πλευρά του ανασκαμμένου χώρου υπάρχουν μεγάλοι λάκκοι με υλικά διαφόρων εποχών. Φαίνεται ότι οι λάκκοι αυτοί είχαν γίνει για την εναπόθεση προϊόντων λατρείας και τα υλικά τους χρονολογούνται από τον 13ο-12ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο-2ο αιώνα. π.Χ.

Χαρακτηριστικό της απόθεσης αυτής είναι ότι πάνω στον φυσικό βράχο βρέθηκε μικρό όρυγμα, το οποίο περιείχε πρωτογεωμετρική πυξίδα στη θέση της.Σε δωμάτιο Ελληνιστικών χρόνων βρέθηκε κάτω από το δάπεδο εναπόθεση νομισμάτων, ένα από τα οποία, της Πόλεως της Κνωσού, φέρει τον χαρακτηριστικό λαβύρινθο στον οπισθότυπο και την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία στον εμπροσθότυπο.

Η μελέτη της ανασκαφής του Θρησκευτικού Κέντρου της Πόλης της Κνωσού συνεχίζεται.Η πρόοδος της μελέτης αυτής φέρνει συνεχώς στο φως νέα δεδομένα, που αφορούν τον τρόπο διάδοσης των διαχρονικών πολιτισμικών στοιχείων του νησιού. 

Αντικείμενα που προήλθαν από την ανασκαφή του Θρησκευτικού Κέντρου της Πόλης της Κνωσού θα παρουσιαστούν προσεχώς στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σε έκθεση που συνδιοργανώνει ο καθηγητής Νίκος Χρ. Σταμπολίδης με θέμα «Κρήτη. Αναδυόμενες πόλεις: Απτερα - Ελεύθερνα - Κνωσός. Τρεις αρχαίες πόλεις ζωντανεύουν».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες