Επάγγελμα Χιονάς: δύσκολο, κουραστικό αλλά αναγκαίο σε εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Επάγγελμα Χιονάς: δύσκολο, κουραστικό αλλά αναγκαίο σε εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία


  


Επάγγελμα που έχει σβήσει στις μέρες μας, λόγω της τεχνολογίας, αυτό του χιονά ήταν κατά το παρελθόν στην Κρήτη μια σημαντική εποχιακή απασχόληση για ανθρώπους που ζούσαν σε χωριά, στις ρίζες βουνών όπως ο Ψηλορείτης κι άλλες κορφές με υψόμετρο ικανό να κρατήσει το χιόνι ακόμα και το καλοκαίρι .

Της Ελένης Βασιλάκη

Το χιόνι ήταν απαραίτητο όχι μόνο για να δροσίζει ποτά αλλά και για να συντηρεί τρόφιμα ακόμα και  για τις παγοκύστες στα νοσοκομεία της εποχής. Σήμερα θεωρούμε αυτονόητη την ύπαρξη ψυγείων στο σπίτι μας για όλες τις παραπάνω χρήσεις όμως κάποτε ο πάγος από χιόνι ήταν είδος πολυτελείας και απαιτούσε πολύ σκληρή δουλειά για να  φθάσει από τα βουνά στα χέρια νοικοκυριών και επαγγελματιών.

Ο Γιάννης Τσερεβελάκης στο βιβλίο του «Μνήμης Ανάπλους», μας δίνει σημαντικά στοιχεία γι αυτούς τους ανθρώπους και τη δουλειά που έκαναν, έχοντας ως βάση τις Κάτω Ασίτες.

Το επάγγελμα του χιονά ασκήθηκε τον 19 και τον 20ο αιώνα, μέχρι και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως χιονάδες είχαμε και κατά την Τουρκοκρατία, τότε που υποχρέωναν οι Τούρκοι αγάδες τους ντόπιους να τους κουβαλούν χιόνι από το βουνό για να βάζουν στα ποτά τους και να δροσίζονται.

Οι κάτοικοι των Κάτω Ασιτών ασχολήθηκαν συστηματικά με τη μεταφορά χιονιού από το ορεινό συγκρότημα Κουδούνι, δουλειά που έκαναν κάθε χρόνο το διάστημα από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβρη, και βασικά όσο καιρό είχε χιόνι το βουνό και επικρατούσε ζέστη στην πόλη.

Με το επάγγελμα του χιονά ασχολούνταν όποιος είχε αντοχές, σωματική δύναμη και διέθετε γαϊδουράκι για τη μεταφορά του χιονιού. Οι Ασιτιανοί  λόγω του ημιορεινού χαρακτήρα του χωριού τους ήταν σκληροτράχηλοι άνθρωποι, ανθεκτικοί λόγω της ενασχόλησης τους με την κτηνοτροφία ενώ λόγω της γενικότερης  φτώχειας που επικρατούσε ήθελαν τα επιπλέον χρήματα που τους διασφάλιζε αυτή η δουλειά. Γι αυτό και παρά τις δύσκολες συνθήκες που σχετίζονταν με αυτό το επάγγελμα δεν δίσταζαν να το ακολουθήσουν.

Οι χιονάδες λοιπόν των Κάτω Ασιτών ήταν χωρισμένοι σε τρεις πατούλιες (ομάδες) έτσι ώστε όταν η μια ανέβαινε στο βουνό η δεύτερη μετέφερε ήδη χιόνι στο Ηράκλειο και η τρίτη ξεκουραζόταν.

Η μια πατούλια, που ήταν για το βουνό, ξεκινούσε το απόγευμα και έφτανε στη θέση Ξερόκαμπος , στα μέσα περίπου της διαδρομής απ όπου θα έπαιρνε το χιόνι. Εκεί διανυκτέρευαν τα μέλη της και πριν χαράξει ξεκινούσαν για τα σημεία όπου υπήρχε χιόνι. Φρόντιζαν το μεσημέρι να είναι πίσω. Τότε έφτανε από την πόλη η δεύτερη πατούλια, αφού είχε πουλήσει το χιόνι της. Τα μέλη αυτής της δεύτερης πατούλιας παρέμεναν για ξεκούραση στο χωριό και ξεκινούσαν το απόγευμα της επόμενης ημέρας. Όμως το ίδιο απόγευμα, που η πρώτη ομάδα έφτανε στο χωριό, ξεκινούσε για το βουνό η τρίτη πατούλια, που ωστόσο είχε ξεκουραστεί. Η πρώτη διανυκτέρευε στο χωριό και 3-4 ώρες πριν ξημερώσει ξεκινούσε για το Ηράκλειο να πουλήσει το χιόνι της, το οποίο είχε διατηρήσει μέσα σε σακιά με άχυρο, ώστε να μην λιώσει.

Με αυτό τον τρόπο μετέφεραν15-20 φορτία των 80 οκάδων το καθένα στην πόλη.

Παρότι η δουλειά ήταν ομαδική, πράγμα που προσέφερε ασφάλεια στα μέλη της κάθε ομάδας, ο κάθε χιονάς δούλευε για λογαριασμό του.
Το καλοκαίρι το Κουδούνι αλλά και τα άλλα βουνά δεν έχουν χιόνι στις κορφές τους. Όμως έχουν αρκετό στους τάφκους, δηλαδή στις βαθιές κοιλότητες με τις στενές εισόδους που υπάρχουν σε αφθονία στα βουνά μας με το βάθος τους να κυμαίνεται από 10-15 μέχρι και μερικές δεκάδες μέτρα.

 Το χειμώνα αυτοί οι τάφκοι γέμιζαν με χιόνι, που λόγω του βάθους τους το καλοκαίρι δεν έλιωνε. Τέτοιοι τάφκοι από τους οποίους οι Ασιτιανοί έπαιρναν το χιόνι ήταν δύο στη θέση Καμάρες, άλλοι δύο στους Ασφεντομαλάκκους, στις Κυλιαστριές, ένας μεγάλος στη θέση Σκάλα του Σαράτζο και ο τάφκος του Πεδιάδίτη, όπου μάλιστα υπήρχαν και σακαλοπάτια. Όταν τέλειωνε το χιόνι σε αυτούς τότε προχωρούσαν βορειοδυτικά προς το Σκίνακα, κοντά στ Ανώγεια, όπου υπήρχε επίσης ένας μεγάλος τάφκος.

Χιόνι που δεν έλιωσε το καλοκαίρι στο εσωτερικό του Ιδαίου Άντρου

Πως όμως έπαιρναν το χιόνι από τα σημεία όπου δεν έλιωνε ούτε το καλοκαίρι; Καταρχήν να πούμε πως οι τάφκοι είχαν μια συγκεκριμένη σειρά με την οποία άδειαζαν από το χιόνι τους, δεν έπαιρναν δηλαδή λίγο από δω και λίγο από κει. Οι χιονάδες όταν έφταναν στο σημείο του οποίου είχε έλθει η σειρά να αφαιρέσουν το χιόνι, έδεναν τα γαϊδουράκια τους και με διπλά σχοινιά, τις περισσότερες φορές, κατέβαιναν ένας ένας μέσα στον τάφκο. Μερικοί πιο τολμηροί και επιδέξιοι κατέβαιναν και χωρίς σχοινί. Το χιόνι μέσα στον τάφκο ήταν πάγος κι έτσι έπρεπε να το κόψουν με το σάρακα, αφού προηγουμένως το χάρασαν- για να κοπεί ίσια- με τη μανάρα.

Κάθε κομμάτι χιονιού που έκοβαν το έλεγαν ντέκι και αφού το αποκολλούσαν το έδεναν με σχοινί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να το ανασύρουν όσοι είχαν παραμείνει επάνω. Κάθε χιονάς έμενε λίγη ώρα μέσα στον τάφκο, όση ήταν αρκετή για να κόψει ένα γομάρι, δηλαδή ένα φορτίο χιόνι,  επειδή το κρύο στο εσωτερικό του ήταν διαπεραστικό. Μετά ακολουθούσε ο επόμενος μέχρι να φθάσουμε στο τελευταίο της ομάδας.

Τα ντέκια τα τοποθετούσαν σε ειδικούς χιονόσακκούς, δηλαδή χοντρά σακκιά ειδικά γι αυτή τη δουλειά και γύρω από το χιόνι έβαζαν άχυρο το οποίο πίεζαν ώστε το ντέκι να μείνει σταθερό στη θέση του. Επίσης είχαν χερώστρες, που ήταν χτιστές τετράγωνες λακκοειδείς κατασκευές στο πλάτος του χιονόσακκου μέσα στις οποίες έβαζαν τον τελευταίο και το παραγέμιζαν με το άχυρο πιέζοντας ώστε άχυρο και χιόνι και κολλήσουν και να γίνουν ένα.

Το χιόνι εκείνες τις εποχές ήταν περιζήτητο και φυσικά είδος πολυτελείας, όποτε άφηνε χρήματα. Η αγοραπωλησία του γινόταν στο λιμάνι, όμως υπήρχαν και συγκεκριμένοι πελάτες που καθημερινά προμηθεύονταν το χιόνι κατευθείαν από τους χιονάδες.

Συνήθως το αγόραζαν ιδιοκτήτες μαγειρείων για να συντηρούν τα τρόφιμα τους και να παγώνουν το νερό, ψαράδες για να κρατούν φρέσκα τα ψάρια τους, ζαχαροπλαστεία για να έχουν βάση για το παγωτό τους αλλά και ιδιώτες. Επίσης χιόνι έπαιρνε και το Πανάνειο το οποίο έβαζαν οι νοσοκόμες σε παγοκύστες σε περιπτώσεις πυρετού .

Οι χιονάδες όμως πέρα από το κέρδος που είχαν από αυτή τη δουλειά είχαν και προβλήματα υγείας λόγω των σκληρών και δύσκολων συνθηκών κάτω από τις οποίες εργάζονταν.  Αρρώσταιναν συχνά παθαίνοντας από απλά κρυολογήματα μέχρι πνευμονίες, πλευρίτιδες ακόμα και φυματίωση ενώ απίστευτη ήταν και η ταλαιπωρία των πιστών τους συντρόφων των γαϊδουριών τους.

Σήμερα γι αυτούς μαθαίνουμε μόνο από διηγήσεις παλιών, κι ότι έχει καταγραφεί σε βιβλία, όσοι είναι τυχεροί ωστόσο μπορεί να πετύχουν σε κανένα παζάρι στην επαρχία ή σε πανηγύρια του καλοκαιριού κάποιον που πουλά την περίφημη κανελάδα με χιόνι. Είναι ίσως η μόνη επιβίωση του χιονά που φθάνει ως τις μέρες μας.

 (ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ αυστηρά η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική του περιεχομένου του παρόντος σε οποιοδήποτε ιστότοπο, χωρίς προηγούμενη άδεια της κατόχου του Ελένης Βασιλάκη, Νόμος 4481/2017 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα)

Post Bottom Ad

Η διαφημιση σας εδω

Σελίδες