Ένα αρχαιολογικό θησαυρό είχαν αποκαλύψει οι εργασίες που έγιναν πριν από χρόνια στη θέση όπου βρισκόταν το επιταγμένο από τους Γερμανούς παλιό Δημοτικό Σχολείο του Καστελλίου.
Όταν επιχειρήθηκε λοιπόν να κτιστεί νέος βρεφονηπιακός σταθμός
στο συγκεκριμένο ακίνητο, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ήλθε στο φως
ένα Μινωικό Ανακτορικό Συγκρότημα, το οποίο φυσικά και σταμάτησε κάθε σχεδιασμό
για αξιοποίηση του χώρου για σύγχρονη χρήση.
Το μεγάλο μινωικό
κτιριακό συγκρότημα με τη σύνθετη αρχιτεκτονική δομή είχε ανεγερθεί σε πλάτωμα
στο χαμηλό λόφο του Καστελλίου Πεδιάδος στην αρχή της νεοανακτορικής περιόδου
(1650 π.Χ) και δέσποζε στο κέντρο εκτεταμένου οικισμού.
Κτίστηκε δυο φορές στη διάρκεια της ίδιας περιόδου για να
καταστραφεί βίαια από φωτιά το 1450 π. Χ., όπως συνέβη με τα περισσότερα
μινωικά κέντρα.
Χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση θρησκευτικών και
κοσμικών δραστηριοτήτων με έμφαση στα μεγάλης κλίμακας κοινά συμπόσια και τις
υγρές προσφορές σε χθόνιες θεότητες και πρόσωπα με προβεβλημένα αξιώματα.
Ως κεντρικός χώρος για την πραγματοποίηση αυτών των τελετουργιών
λειτούργησε μια ευρύχωρη αίθουσα με πολύθυρα, με εξέδρα στο βάθος που διέθετε πάτωμα από κονίαμα βαμμένο μπλε
στο χρώμα της θάλασσας.
Τεκμήρια γι αυτήν τη χρήση ήταν ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός
σκευών για σίτιση και πόση που βρέθηκαν στην ανασκαφή καθώς και σκεύη για
σπονδές που πραγματοποιούνταν σε κοιλότητα, μπροστά στην εξέδρα, το υλικό των
οποίων, μέσα από ένα σύστημα κτιστών αγωγών διοχετεύονταν έξω από το κτίριο.
Φαίνεται πως η εξέδρα αυτή χρησιμοποιούνταν για την
τοποθέτηση μιας θέσης τιμής ίσως για μια ιέρεια υψηλού κύρους που δεχόταν το
σεβασμό και τις προσφορές των συμμετεχόντων.
Παρόμοια αγγεία και μικρά πιθάρια βρέθηκαν σε γειτονικά
δωμάτια ή είχαν αποθηκευτεί στον όροφο του κτιρίου.
Υπολείμματα από επενδύσεις πολύτιμων σκευών από
ελεφαντόδοντο και ορεία κρύσταλλο βρέθηκαν επίσης στο σκευοφυλάκιο.
Τελετουργικές επιδείξεις, προσφορές καθώς και μαζικές
εκδηλώσεις, ίσως πομπές και χοροί λάμβαναν χώρα και έξω, νότια, από το κτίριο
σε μεγάλη αυλή στρωμένη με σχιστολιθικές πλάκες και βότσαλα θαλάσσης.
Η έκταση της στο σκαμμένο τμήμα υπερβαίνει τα 100 τ.μ αλλά
θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αφού συνεχίζει προς όλες τις κατευθύνσεις.
Εξέδρες για την επίδειξη των αξιωματούχων και της Αυλής τους
υπήρχαν και στις δυο αρχιτεκτονικές φάσεις του κτιρίου κατά μήκος του
εξωτερικού τοίχου. Η παλαιότερη ήταν βαθμιδωτή από αλαβαστροειδείς πλάκες και η
νεώτερη από σχιστολιθικές με πομπικό διάδρομο
στο άκρο της.
Βρισκόταν και οι δυο κάτω από ευρεία στοά με κίονες μπροστά
πλάτους σχεδόν 4 μέτρων.
Εγκαταστάσεις αυτού του τύπου υπήρχαν στην περίμετρο των
μεγάλων κεντρικών αυλών των μινωικών ανακτόρων, γεγονός που υποδηλώνει ότι και
το συγκρότημα του Καστελλίου πρέπει να ενταχθεί στην κατηγορία των ανακτορικών
κτιρίων.
Το συγκρότημα του Καστελλίου θα αποτελούσε την εστία για την
πραγματοποίηση δραστηριοτήτων ανακτορικού τύπου τις οποίες οργάνωνε και
προέβαλε μια τοπική ελίτ.
Στο ίδιο οικόπεδο
ανασκάφηκαν κτίρια της μετανακτορικής-μυκηναϊκής (1200-1100 π. Χ) και της
Ελληνιστικής περιόδου (3ος-2ος αιώνας π. Χ) καθώς και
τμήματα από το βενετικό κάστρο του Καστελλίου (1300-1600 π. Χ)
(Πληροφορίες αντλήθηκαν από την ενημερωτική πινακίδα που αναρτήθηκε στο χώρο με κείμενο του αρχαιολόγου Γιώργου Ρεθεμιωτάκη)