Υπάρχουν πρόσωπα που προσέφεραν πολλά κατά την Αντίσταση
στην Κρήτη θεωρώντας το χρέος προς την πατρίδα ενώ θα μπορούσαν από την
ασφάλεια του σπιτιού και της εργασίας τους να μην ρισκάρουν και να μην
κινδυνεύσουν.
Γι αυτά τα πρόσωπα, που δεν είναι λίγα, δεν θα διαβάσουμε
ποτέ στα βιβλία της ιστορίας που κυκλοφορούν ευρέως.
Όμως ευτυχώς, χάρη στους δικούς τους ανθρώπους και
κάποιους παθιασμένους ιστορικούς, συγγραφείς ή απλά πρόσωπα που
πιστεύουν πως οι ιστορικές μαρτυρίες απ’ όπου κι αν προέρχονται δεν πρέπει να
παραδίδονται στη λήθη, μαθαίνουμε για τη δράση τους και τους τιμούμε έστω κατ’
ελάχιστο.
Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Γεώργιος Ι. Μεταξάκης από
την περιοχή της Ιεράπετρας που μπορεί όσο ήταν εν ζωή να κρατούσε καλά κρυμμένο
το μυστικό της αντιστασιακής δράσης του όμως μετά το θάνατο του, με τη συμβολή
της συζύγου του Ελένης και του Λουκά Δ.
Παπαδάκη, οι μαρτυρίες που κατέγραφε ως ημερολόγιο πήραν τη μορφή βιβλίου με
τίτλο «Memorandum-Το
ημερολόγιο της Αντίστασης (31 Ιουλίου 1942-7 Ιανουαρίου 1945).
Ο Γεώργιος Μεταξάκης στο ημερολόγιο του δίνει τη δική
του μαρτυρία αλλά και κρίση για τα
σπουδαία γεγονότα από την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την αρχή του
Εμφυλίου.
Ξεκινά τη συγγραφή του Memorandum στις 31 Ιουλίου 1942, όταν
ακόμα υπηρετούσε στη Νομαρχία Λασιθίου, και συνεχίζει όταν ανεβαίνει ως αντάρτης στο
βουνό, στις 10 Ιουνίου του επόμενου έτους.
Το αρχειακό υλικό του Μεταξάκη, πάνω στο οποίο βασίστηκε το βιβλίο, παραδόθηκε από τη σύζυγο του και φυλάσσεται στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη σε φακέλους μαζί με το αρχειακό υλικό του θείου του, του μακαριστού Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη.
Ποιος ήταν ο Γεώργιος Μεταξάκης
Γεννήθηκε στο Μεταξοχώρι της Ιεράπετρας ( η προηγούμενη
ονομασία του ήταν Παρσάς αλλά μετονομάστηκε για να τιμήσει το Μελέτιο Μεταξάκη)
στις 3 Δεκεμβρίου 1912.
Σε ηλικία 9 ετών μετέβη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου
βρισκόταν ο θείος του, μια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή, ο Πατριάρχης Μελέτιος
Μεταξάκης.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Λυών ενώ πέρα από
γαλλικά μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα και αραβικά.
Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1936 και τον Οκτώβρη του 1938
διορίσθηκε δόκιμος γραμματέας β’ στο υπουργείο Εσωτερικών και τοποθετήθηκε στη
Νομαρχία Καλαμών απ’ όπου στρατεύθηκε το Μάρτιο του 1941.
Με την κατάρρευση του μετώπου μετακινήθηκε στην Κρήτη και
μετά την κατάληψη του νησιού τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Λασιθίου.
Από το ξεκίνημα της Κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση, στην κατασκοπεία
και σε δολιοφθορές σε βάρος του εχθρού.
Όπως ο ίδιος περιγράφει, στο σχετικό βιογραφικό του
σημείωμα, όταν στις αρχές Ιουνίου 1943 πληροφορήθηκε πως οι μυστικές υπηρεσίες
των αρχών κατοχής βρίσκονταν στα ίχνη του ως μέλους της Αντίστασης και
κατασκοπείας εγκατέλειψε την υπηρεσία του και την πόλη του Αγίου Νικολάου και
εντάχθηκε ως ένοπλος αντάρτης στις εθνικές αντάρτικες ομάδες της Κρήτης όπου
έμεινε ως το τέλος Φεβρουαρίου 1944.
Τότε αρρώστησε και εστάλη στη Μέση Ανατολή, υπό της 133
Μονάδας των Συμμαχικών Δυνάμεων.
Αφότου ολοκληρώθηκε η νοσηλεία του κατατάχθηκε στο Βασιλικό
Πολεμικό Ναυτικό και κατά το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής, τον
Απρίλιο του 1944, ενώ υπηρετούσε στο πλοίο δραπέτευσε και τέθηκε στη διάθεση
του νομιμόφρονος Επιτελείου της Ναυτικής Βάσης.
Μετά την απελευθέρωση ανακλήθηκε το διάταγμα περί απολύσεως
του από την τότε κατοχική κυβέρνηση κι έτσι το 1945, με το που απολύθηκε από το
Βασιλικό Ναυτικό, επανήλθε στην υπηρεσία του και τοποθετήθηκε στη Νομαρχία
Λασιθίου.
Το 1948 προήχθη σε τμηματάρχη και τοποθετήθηκε στη Νομαρχία
Ηρακλείου όπου του ανατέθηκε το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Δέκα μήνες μετά πήρε μετάθεση στην Κοζάνη όπου άσκησε τα
καθήκοντα διευθυντή στην εκεί Νομαρχία.
Εκείνος ήθελε να επιστρέψει στην Κρήτη για να προστατεύσει
την οικογένεια του καθώς είχε απομείνει ο μοναδικός προστάτης της, μια και ο
αδελφός του είχε πιαστεί αιχμάλωτος στην Αλβανία και είχε σταλεί στο Νταχάου
όπου πέθανε.
Τον Ιούνιο του 1954 δημοσιεύθηκε νέα μετάθεση του από το
Ηράκλειο, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί υπηρεσιακά, ενώ τον Ιούνιο του 1955
ανακλήθηκε η μετάθεση.
Τον Αύγουστο του 1957 έγινε τρίτη μετάθεση του από το Ηράκλειο
στα Τρίκαλα και αγανακτισμένος από την αδικαιολόγητη μεταχείριση που ετύγχανε
έστειλε αναφορά στον Υπουργό.
Τον Ιούλιο του 1958 τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Χανίων αλλά μόλις
τον Ιούλιο του 1960 προήχθη σε διευθυντή τον έστειλαν στη Νομαρχία Κοζάνης και
το Σεπτέμβριο του 1961 με μετάθεση πήγε στη Ροδόπη.
Εντέλει τον Απρίλιο του 1964 μετατέθηκε στο Ηράκλειο.Γράφει σχετικά ο ίδιος με αφορμή τις συνεχείς μεταθέσεις του, που πίσω τους είχαν πολιτικό υπόβαθρο: «Δεν παύει ν’ απασχολή τον νου μου και να βασανίζη την ψυχή μου η σκέψις, πόσο δύσκολο, είνε να μείνη κανείς ακέραιος και ηθικός άνθρωπος στις τάξεις της Ελληνικής Δημόσιας Διοικήσεως. Κι αυτό όχι μόνο διότι έχει να παλέψη με την ανηθικότητα του παραγοντισμού και της πολιτικής, αλλά και διότι εξ ίσου συχνάκις έχει να παλέψη, πράγμα που είναι χειρότερον, με την αναξιότητα και την ανηθικότητα στους ίδιους τους κόλπους της Δημοσίας Διοικήσεως της χώρας».
Στις 2 Ιουνίου 1971
μετά από μια αποτυχημένη χειρουργική επέμβαση ο Γεώργιος Μεταξάκης έφυγε πρόωρα
από τη ζωή σε ηλικία μόλις 59 ετών.
Η γνωριμία με το
Χρήστο Μπαντουβά
Για να αποκτήσουμε καλύτερη εικόνα για το ποιος ήταν ο
Γεώργιος Μεταξάκης επισκεφθήκαμε τη σύζυγο του Ελένη στο σπίτι της στην περιοχή
της Ανάληψης στο κέντρο του Ηρακλείου.
Η Ελένη Μεταξάκη μας καλοδέχτηκε, θυμήθηκε και μας
περιέγραψε γεγονότα που αφορούσαν στην αντιστασιακή δράση του συζύγου της μιλώντας μας και για τον ίδιο ως
προσωπικότητα, που φαίνεται να ήταν πολύ ξεχωριστή.
Η ακεραιότητα του ως λειτουργού της δημόσιας διοίκησης, η
απλότητα, η εντιμότητα, η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, η αγάπη για τον τόπο
του ήταν μερικά μόνο από τα στοιχεία του χαρακτήρα του, όπως μας τα σκιαγράφησε
η σύζυγος του.
Η κ. Ελένη περιγράφει την γνωριμία του Γιώργου Μεταξάκη με
το Χρήστο Μπαντουβά που έγινε αιτία να ανέβει στο βουνό ως αντάρτης:
«Ο Γιώργος είχε ένα
μετόχι με δυο δωμάτια στην Αγία Μαρίνα,
μια περιοχή πάνω από το Μεταξοχώρι. Τα δωμάτια αυτά τα είχε κτίσει για ένα
ξάδελφο του φυματικό, επειδή εκεί είχε πολλά πεύκα, και βοήθησαν ώστε ο ξάδελφος να γίνει καλά και να φύγει μετά
στην Αυστραλία.
Ήταν λοιπόν εκεί ο Γιώργος με τις αδελφές του και ο Χρήστος
Μπαντουβάς με ένα ακόμα άτομο είχαν πάει για να κάνουν μια αναγνωριστική βόλτα,
να δουν αν οι Γερμανοί και Ιταλοί έχουν βγει στα βουνά.
Στη διαδρομή δίψασαν τόσο πολύ που είπε ο Χρήστος στο συνοδό
του, μόλις είδαν το μετόχι, πως και Γερμανοί να είναι σε αυτό το σπίτι θα μπω
να ζητήσω νερό.
Χτύπησαν την πόρτα και πράγματι μπήκαν στο σπίτι. Τους
έκαναν τραπέζι τα αδέλφια Μεταξάκη και την ώρα που σηκώθηκε ο Μπαντουβάς να
φύγει είδε ο Γιώργος το πιστόλι στην τσέπη του και του λέει: «μπορώ να δω το
πιστόλι σου;». Ο Χρήστος Μπαντουβάς
βγάζει τις σφαίρες και του το δίνει. Πάνω στο πιστόλι είχε χαράξει με μαχαίρι το
όνομα του «Χρήστος Μπαντουβάς» και του λέει ο Γιώργος: «Τώρα ξέρω ποιος είσαι,
περίμενε κι έρχομαι» και του απαντά ο Μπαντουβάς: «Δεν είσαι εσύ για τη ζωή στο βουνό διότι δεν
είσαι σκληραγωγημένος και δεν θα μπορέσεις». Κι εκείνος ανταπάντησε: «Δεν είμαι
εγώ καλύτερος από εσάς» και βάνει μια βούργια ψωμί και υποδήματα κι έτσι
ανέβηκε στο βουνό».
Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό πως ήταν η περίοδος που οι
Γερμανοί είχαν μάθει για τη δράση του Μεταξάκη στην κατασκοπεία και την
Αντίσταση οπότε έτσι κι αλλιώς δεν είχε πολλές επιλογές ώστε να μπορεί να
συνεχίσει να βοηθά ενεργά τον αγώνα.
Στο βουνό, δυστυχώς, υπέστη κρυοπαγήματα κι έτσι έφυγε με
υποβρύχιο για τη Μέση Ανατολή. Αφότου θεραπεύτηκε κατατάχθηκε στο Βασιλικό
Ναυτικό υπηρετώντας στο Αβέρωφ κι άλλα πλοία.
Έλαβε μέρος, μας λέει η κ. Ελένη, στη Μάχη της Σύμης και
μάλιστα ο Γιώργος ένιωσε πάρα πολύ άσχημα βλέποντας τους Γερμανούς να καίνε τη
Βιάννο και τα χωριά της Ιεράπετρας θεωρώντας πως γι αυτή την κακή εξέλιξη ήταν
υπεύθυνος ο Μανόλης Μπαντουβάς, που έδωσε εντολή να σκοτώσουν τους δυο
Γερμανούς κι έτσι ήλθαν τα αντίποινα χάνοντας τη ζωή τους 465 δικοί μας.
Περιγράφει ο ίδιος ο Μεταξάκης στο Memorandum: «Τα χωριά εν τω μεταξύ
εντουμάνιαζαν σύξυλα και το αίμα υπερπεντακοσίων αθώων άχνιζε.
Ο κόσμος είχε γεμίσει από κουφάρια ανθρώπων, ζώων και
σπιτιών, μα εκείνος (εννοούσε το Μανόλη Μπαντουβα) θεωρούσε το δικό του
ακριβότερο απ’ όλα αυτά ξεχωριστά και μαζί.
Ξέχασε τους φλογερούς
τους λόγους, πριν από την ώρα του κινδύνου: «Όσοι είμεθα εδώ δεν πρέπει
να λογαριάζωμε ούτε να θυμόμαστε, ούτε τη ζωή μας, ούτε την οικογένεια μας,
ούτε περιουσίες.
Η καλλίτερη ώρα, για να αποθάνη κανείς, είνε όταν αγωνίζεται
για την πατρίδα και την ελευθερία. Είνε μια ευκαιρία ν’ αποθάνωμεν ως
αντάρτες…».
Η ευκαιρία ν’ αποθάνη ο καπετάν Μανώλης ως Έλλην, ως
αντάρτης, ως αγωνιστής υπέρ της ελευθερίας, ως τίμιος άνθρωπος, ήλθεν, αλλά την
εκλότσησε και την επεριφρόνησε, και αντί της αντρικής θυσίας, για την οποία
τόσες φορές εκομπορρημονούσε, επροτίμησε την εξευτελισμένη ζωή, την ατίμωσι,
την υποχώρησι, μπροστά στη φωτιά, που ήναψε ο ίδιος με τα χέρια του, και μέσα
στην οποία ετηγανίζετο ολόκληρος κόσμος».
Ποτέ πάντως ο Γεώργιος Μεταξάκης όσο ήταν παντρεμένος με την
Ελένη δεν της μίλησε για τη δική του συμμετοχή στον αγώνα εκδίωξης των
Γερμανών. «Αυτά τα μάθαμε από το Χρήστο το Μπαντουβά, κι όλα εκ των υστέρων,
μετά το θάνατο του», μας λέει η κ. Ελένη.
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου ο ίδιος ο
Μεταξάκης περιγράφει πως ένιωθε σε μια από τις στιγμές συμμετοχής του στις
πολεμικές επιχειρήσεις στη Σύμη: «Από τη στιγμή που μπήκα στη μάχη μ΄ έπιασε μια αλλόκοτη παραζάλη. Δεν θυμόμουν, δεν
σκεπτόμουν τίποτε άλλο από την σκανδάλη και την σκόπευσι.
Τα κουφάρια των Γερμανών, που έβλεπα πολλές φορές να
κατρακυλούν χωρίς ζωή , δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση.
Αν είχα πρόχειρο μαχαίρι, θα είχα ασφαλώς την ψυχραιμία να
χαράσσω γραμμές πάνω στο κοντάκι του όπλου μου. Ούτε οι φωνές και οι γοερές
κραυγές των πληγωμένων βαριά δεν με συγκινούσαν.
Κι όμως φαντάζομαι
πως θα έλεγαν: «Μάνα μου-γυναίκα μου-παιδιά μου-βοήθεια». Θρήνοι που ασφαλώς
καμιά άλλη φορά δεν θα μπορούσαν να με αφήσουν ασυγκίνητο. Το κτηνώδες , αλλά
πολύ ανθρώπινο ένστικτο της εκδικήσεως,
το μίσος, είχε κυριέψει όλη μου την ύπαρξι.
Ούτε τα κουφάρια των Γερμανών, που είδα λίγο αργότερα
τσιτωμένα, με το θάνατο ζωγραφισμένο πάνω στα ωχρά πρόσωπα των δεν με συνεκίνησαν.
Τα μετρούσα σχεδόν με ικανοποίησι, κει που περνούσα από το πεδίον της μάχης,
για να πάω να μετακομίσω ένα δικό μας τραυματία».
Ακέραιος χαρακτήρας
αλλά και πολιτικοποιημένος
«Ο Γιώργος ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα. Ανήκε στην Ένωση
Κέντρου και μόλις στην εξουσία ανέβαινε η ΕΡΕ τον έστελνε στη Κοζάνη, στην
Κομοτηνή, στη Σάμο κι άλλες περιοχές της χώρας. Μετά που στην εξουσία επέστρεφε
η Ένωση Κέντρου επέστρεφε κι εκείνος στην Κρήτη. Όμως είχε ένα βασικό στοιχείο
ο χαρακτήρας του, όταν οι υπουργοί του ζητούσαν ρουσφέτια εκείνος όχι μόνο δεν
τα έκανε αλλά απαντούσε: «Υπουργέ η βαλίτσα μου είναι έτοιμη». Γιατί πάντα
έλεγε με κανένα αντάλλαγμα δεν προδίδω τη συνείδηση μου..», αναφέρει η Ελένη
Μεταξάκη για τον άντρα της.
Θυμάται η κ. Ελένη ένα ξεχωριστό περιστατικό όσο ήταν
παντρεμένη με τον Γιώργο Μεταξάκη. Είχαν πάει να ακούσουν το Θεοδωράκη σε μια
συναυλία που έδωσε στο γήπεδο του Εργοτέλη. Το έμαθε όμως ο τότε Νομάρχης
Ηρακλείου, που ενώ ήταν Αριστερός και είχε εξορισθεί στη Μακρόνησο στη συνέχεια
υπέγραψε δήλωση μετανοίας, παντρεύτηκε μέλος της οικογένειας Αβέρωφ και βρέθηκε
Νομάρχης, και ήθελε να τον απολύσει.
Το μεγάλο προσόν του Γιώργου, εξηγεί η σύζυγος του, ήταν πως ποτέ δεν κατηγόρησε
άνθρωπο επειδή σκεπτόταν και ενεργούσε διαφορετικά από τον ίδιο, έλεγε: «Εγώ
έχω Α χαρακτήρα, εκείνος έχει Β χαρακτήρα, σκέφτεται έτσι και είναι ελεύθερος
να σκέφτεται έτσι, δεν μπορούμε να βάλουμε όλο τον κόσμο στα δικά μας καλούπια.
Ο υπουργός που θέλει να παρανομήσει σκέπτεται πως αυτό είναι σωστό».
Και συνεχίζει η κ. Ελένη: «Ήταν ο Γιώργος ένας άνθρωπος
ταπεινός, άνθρωπος της προσφοράς γιατί ανατράφηκε σε μοναστήρι, κοντά στο θείο
του στην Αλεξάνδρεια.
Να σκεφτείτε πως όταν θύμωνε δεν άνοιγε το στόμα του. Μου
έλεγε μπορώ να πω κάτι και να το μετανιώσω και καλύτερα όταν θυμώνω να μην
ανοίγω το στόμα μου.
Ήταν πολύπλευρος άνθρωπος, ανεξίκακος, τόσο ταπεινός που έλεγε πότε θα πάρω τη
σύνταξη μου να πηγαίνω και να κάθομαι τελευταίος σε μια εκδήλωση, να μην είμαι
υποχρεωμένος να πηγαίνω μπροστά.
Υπηρεσιακά έλεγε είμαι θυμωμένος με τον τάδε αλλά απέναντι
στον ίδιο, ως άνθρωπο, δεν έχω τίποτα. Γι αυτό και δεν μιλούσε ποτέ άσχημα για
κανένα.
Έβλεπε στο δρόμο ηλικιωμένους να κουβαλούν πράγματα και
σταματούσε το αυτοκίνητο, τους ρωτούσε που είναι το σπίτι τους και τους
μετέφερε για να μην κουράζονται. Ήταν ένα φαινόμενο ανθρωπιάς.
Είμαι πάρα πολύ τυχερή που γνώρισα ένα τέτοιο άνθρωπο. Λέω
πως ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω τον τέλειο άνθρωπο».
Παθιασμένος
μελισσοκόμος
Ο Γιώργος Μεταξάκης εκτός από πατριώτης και υποδειγματικός
δημόσιος υπάλληλος ήταν και παθιασμένος
μελισσοκόμος. «Καθότανε όταν επέστρεφε στο σπίτι με τη ρόμπα του και διάβαζε
για τη μελισσοκομία.
Είχε 80 κυψέλες στη Βιάννο. Όλο το χειμώνα κάθε απόγευμα
Σαββάτου ψήναμε σιρόπι με ζάχαρη που έπεφτε από τσουβάλια όταν τα ξεφόρτωναν.
Γεμίζαμε κανίστρες και κάθε Κυριακή πρωί πηγαίναμε στη
Βιάννο. Εγώ έβγαζα τις πέτρες πάνω από τις κυψέλες και ο Γιώργος έτοιμος με τον
καπνό τις ζάλιζε για να τοποθετήσει το σιρόπι μέσα σε κάθε κυψέλη.
Φιλοδοξούσε μάλιστα να φτιάξει ένα μηχάνημα φορτοεκφόρτωσης
των κυψελών.
Τότε πωλούνταν στην αγορά το μέλι 48 δραχμές το κιλό κι
εκείνος το έδινε 24 δραχμές για να μάθει ο κόσμος να τρώει μέλι γιατί είναι
υγιεινό», περιγράφει η κ. Ελένη.
Η γνωριμία του
Μεταξάκη με τη σύζυγο του Ελένη
Όπως μας διηγήθηκε η σύζυγος του Γεωργίου Μεταξάκη, η ίδια
ήταν υπομηχανικός και εργαζόταν στη Νομαρχία Ηρακλείου την περίοδο που εκείνος
ήταν διευθυντής εκεί. Ποτέ δεν πέρασε από τη σκέψη της πως ο Μεταξάκης μπορούσε
να την προσέξει γιατί ήταν υψηλά ιστάμενος κι ένας αυστηρός προϊστάμενος που
ήθελε ακρίβεια στη δουλειά όλων.
Εξάλλου η μόνη επαφή τους, σε υπηρεσιακό επίπεδο, ήταν όταν
εκείνη πήγαινε στο γραφείο του να υπογράψει τη διαταγή για να μετακινηθεί στο
πλαίσιο της δουλειάς της σε κάποιο χωριό. Εκείνος όμως εκτίμησε επάνω της την
απλότητα που τη διέκρινε, καθώς ήταν μια κοπέλα που δεν της άρεσαν τα στολίδια
και τα κοσμήματα.
Οι δρόμοι τους ενώθηκαν το 1965 αλλά ποτέ εκείνος δε μιλούσε
για τη ζωή του πριν το γάμο τους.
Μας είπε χαρακτηριστικά η κ. Ελένη πως ενώ στα νιάτα του
ήταν αθλητής στο άλμα επί κοντώ και στο τρέξιμο και μάλιστα έκανε πρωταθλητισμό εκείνη δεν το
γνώριζε. Κι όταν η πεθερά του κάποια στιγμή σχολίασε το ωραίο βάδισμα του η
απάντηση που της έδωσε ήταν: «Τον αθλητή έκανα κι εγώ μια φορά».
Στη Λυών σπούδασε με το κόστος να το καλύπτει ο θείος του
Μελέτιος Μεταξάκης κι όταν εκείνος πέθανε και ο Γιώργος έμεινε χωρίς οικονομική
στήριξη επέστρεψε στην Αθήνα όπου αναζήτησε δουλειά.
Ένα ξενοδοχείο στην Κηφισιά ζητούσε υπάλληλο και έστειλε το
βιογραφικό του. Ανέφερε λοιπόν στη διεύθυνση του ξενοδοχείου πως μπορούσε να
διεκπεραιώσει οποιαδήποτε εργασία γραφείου αλλά αν με βάση τα προσόντα του δεν
υπήρχε κατάλληλη θέση τότε μπορούσε να εργαστεί ως υπηρέτης γιατί έχει μεγάλη
ανάγκη. Τελικά προσελήφθη και την ημέρα έκανε δουλειά γραφείου ενώ τη νύχτα
σφουγγάριζε τις σκάλες του ξενοδοχείου.


