Αδημοσίευτες μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων που κατέφθασαν σε Ηράκλειο και Χανιά το 1922 - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Αδημοσίευτες μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων που κατέφθασαν σε Ηράκλειο και Χανιά το 1922





Η μετακίνηση Μικρασιατών προσφύγων στην Κρήτη, μετά την καταστροφή του 1922, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία μας που όσο κι αν νομίζουμε πως το γνωρίζουμε καλά και το έχουμε εξαντλήσει, ως προς τις λεπτομέρειες του, στην πραγματικότητα ξέρουμε ελάχιστα πράγματα από τα όσα  δραματικά συντελέστηκαν εκείνη την περίοδο.

Μια σημαντική προσπάθεια να παρουσιάσει άγνωστες πτυχές εκείνης της περιόδου καταβάλει τα τελευταία χρόνια ο Κώστας Γκαντάτσιος συγκεντρώνοντας, μέσα από μια επίπονη και μεγάλη έρευνα, κάθε στοιχείο που μπορεί να γίνει μικρό ή μεγάλο λιθαράκι στην ανάδειξη όσων έζησαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή οι πρόσφυγες που έφθασαν στην Κρήτη.

Όλο αυτό το υλικό αναμένεται να τυπωθεί σε βιβλίο, το οποίο περιμένουμε με πολύ προσμονή αφού θα φωτίσει πτυχές της περιπέτειας αυτών των ανθρώπων που ούτε καν έχουμε φανταστεί.

 Μάλιστα μια πολύ μικρή γεύση του περιεχομένου του μπορεί να πάρει ο αναγνώστης παρακάτω με τις δύο μαρτυρίες που φιλοξενούμε.

Όπως ο Κώστας Γκαντάτσιος μας λέει, η έρευνά του ξεκίνησε πριν τρία χρόνια, σχεδόν στα τυφλά, ψάχνοντας σε διάφορους φορείς, βιβλιοθήκες, και υπουργεία, αρχεία εφημερίδων, συμβολαιογραφεία προσπαθώντας να βρει διάφορες μαρτυρίες από Μικρασιάτες που είχαν φτάσει στην κρητική γη εκείνο το Σεπτέμβρη του 1922.

Τον πρώτο καιρό στάθηκε αδύνατον να εντοπίσει κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον, πράγμα που τον απογοήτευσε. Συνέχεια σκόνταφτε σε χαμένα ή κατεστραμμένα αρχεία, σε δαιδαλώδεις διαδικασίες καθώς και σε ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Ώσπου μία μέρα ένας συνταξιούχος Μικρασιάτης υπάλληλος, του τότε υπουργείο υγείας, του έδωσε την πληροφορία : «…εγώ τα είδα με τα μάτια μου, τα διάβασα αλλά δεν ήξερα τι θα μου χρειαστούν απλώς τα φύλαξα και τα έδωσα σε μια βιβλιοθηκάριο…» έτσι την αποκάλεσε, αν και ολιγογράμματος κατάλαβε την αξία της διάσωσης αυτού του αρχειακού υλικού.

Πέρασε καιρός και το αρχείο βρέθηκε το δρόμο του, ήταν ακριβώς, αυτό που έψαχνε, δεκάδες μαρτυρίες Μικρασιατών που κατέφθασαν από Σμύρνη, Αλάτσατα, Βουρλά, Σεβδικιοοϊ, Μαγνησία, Καράβουρνα, Κορδελιό, Αϊβαλί περνώντας από Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο άλλοι ερχόμενοι αργότερα από Πειραιά, Δράμα, Μακεδονία κατέληξαν τελικά στα Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο.

«…3 του Αυγούστου 1922 και οι πρώτοι πρόσφυγες 300 τον αριθμό ήταν από τον Πόντο...» έγραφε η «Νέα Εφημερίς» ανακοινώνοντας τον πρώτο ερχομό προσφύγων στην ηρακλειώτικη κοινωνία.

 Κουρελήδες και βρώμικοι προσπάθησαν να βολευτούν πρόχειρα σε παραπήγματα στα τείχη...

Ο Σεπτέμβρης που ακολούθησε στιγμάτισε το Ηράκλειο. Ο μήνας αυτός είχε πολλές τέτοιες αφίξεις από διάφορες περιοχές με τις αφίξεις να συνεχίζονται και για τα επόμενα 2 με 3 χρόνια.

Όλες αυτές τις μαρτυρίες τις διάβασε μία μία αχόρταγα και βιαστικά, έψαξε πρόσωπα και απογόνους και είδε ότι υπάρχουν.

 Δεν θέλησε να τους αποκαλύψει όμως τι πέρασαν οι πρόγονοι τους, κάποιοι από αυτούς θα τα ήξεραν, κάποιοι θα τα υποπτευόταν, κάποιοι ίσως να μην τα φαντάστηκαν ποτέ.

Μια μέρα δειλά πλησίασε έναν πρόσφυγα δεύτερης γενιάς, γεννήθηκε λίγο μετά που πάτησαν το πόδι τους οι γονείς του στη Ελλάδα:

-Κύριε Γιώργο, του είπε, πόσα αδέρφια ήσαστε;

-Τέσσερα, του απαντά, ένας εγώ και τα άλλα κορίτσια.

-Πως λέγανε την μικρότερη, Ερατώ; Τον ρωτά ο Κώστας Γκαντάτσιος κάνοντας τον ανήξερο…

- Όχι Θάλεια, του λέει..

Κοίταξε το δελτίο απογραφής που είχε στα χέρια του, όντως τέσσερα αδέρφια, από τα Βουρλά, και ο πατέρας Χρήστος... αυτός ήταν 100%.

-Αν σου έδειχνα μια φωτογραφία θα καταλάβαινες αν αυτός που απεικονίζετε στη φωτογραφία ήταν ο πατέρας σου;

-Ναι, του λέει με περιέργεια, αγωνία  και λαχτάρα

Βγάζει το δελτίο και του το δείχνει. Στην άκρη, πάνω δεξιά, η φωτογραφία του πατέρα, μικρή, μερικά εκατοστά μόνο…

-Δεν το έχω δει τόσο νέο, του απαντά δακρυσμένος…

Σκύβει και την φιλά ευλαβικά…

-Μπορείς να μου δώσεις ένα αντίγραφο να την βάλω στο εικονοστάσι μου;

Ανάλογες ιστορίες απλές, μικρές, μεγάλες γεμάτες πόνο, αγωνία επιβίωσης, ελπίδα γυρισμού θα ξετυλιχτούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου του Κώστα Γκαντάτσιου, που είναι σχεδόν έτοιμο να πάρει σάρκα και οστά.

Ο Κώστας Γκαντάτσιος, ως προδημοσίευση, μας εμπιστεύθηκε μια  από τις αδημοσίευτες συνεντεύξεις Μικρασιατών προσφύγων , από εκείνες που έδωσαν τις πρώτες μέρες του Αυγούστου του 1922, μόλις κατέφθασαν στο Ηράκλειο και στα Χανιά. Επίσης μας διέθεσε ένα  απόσπασμα συνέντευξης έτερου ανώνυμου Μικρασιάτη.

Για ευνόητους λόγους δεν θα δημοσιευτεί όνομα και επίθετο:



«Ηράκλειο 17

Έκθεσις εξετάσεως μάρτυρος

Ερωτ: πως ονομάζομαι κλπ

Αποκρ: Νικ…..χη Αλ….. Χ……… εγεννήθην εις Σμύρνην διαμένω ενταύθα καθώ πρόσφυξ ετών 12, εις τα οικιακά ασχολούμενη χριστ. ορθόδοξος κάτοικος οθωμανίς.

Ερωτ: Γνωρίζει αν ερωτήθη δεόντως;

Απ: η κατάληψις της Σμύρνης υπό του τουρκικού στρατού εγένετο την επομένην της αποχωρήσεως του ελληνικού ημέρα Σάββατον εντός της πατρικής μου οικίας ευρισκόμενην μετά των γονέων μου κατέφυγον δε εν αυτής ζητούσαν (πλείσται;) άλλαι οικογένειαι [..................] την Κυριακήν ομάς τεσσαράκοντα περίπου στρατιωτικών διάρρηξαν την θύραν της οικίας μας και επέβαλεν εν αυτή [όμιλος...............] δε εκ τεσσάρων η πέντε εισέτι στρατιωτικών συνέλαβον τρεις παρθένους έγγαμους (;) γυναίκας οδήγησαν αυτά εις διάφορα δωμάτια της οικίας και ησέλγησαν επ' αυτών. 

Επ' εμού ησέλγησαν πέντε στρατιώται εκ των οποίων άλλοτε δε κατά φύσιν άλλοτε δε παρά φύσιν [και αφού λεηλάτησαν την οικίαν απήλθον................]

 Μετά τούτο οπόθεν επί τρεις ημέρας είχομεν καταφύγει εις την όροφήν εν τη οικία αλλά μη ευρίσκοντες το άσυλον τούτο ασφαλές κατεφύγομεν εν [τι] υπόγειον κάτωθι της οικίας ενθα ήσαν συγκεντρωμέναι πλείσται οικογένειαι  ένθα παρεμείναμεν περίπου 15 ημέρας. τας πρώτας μέρας της εν αυτώ καταφυγής μας τρεις παρθένοι φοβηθείσαι μη υποστούν ίδια μετά μου τύχην κατέπεσον εντός φρέατος υπάρχοντος εν τω υπογείω.

 ίνα μη γενώμεθα ακουστοί εκ των έξωθεν περιήλθον εις την ανάγκη οι εν αυτώ καταφύγοντες να πνίξουν δεκαπέντε παιδία φερόμενα επί της αγκάλης.

Καθ' όλην την δειάρκειαν της εν τω υπογείω παραμονής μας εστερούμενοι πάσης τροφής επίνομεν ύδωρ εκ τους φρέατος εις το οποίον είχον πνιγή οι προαναφερθείσαι παρθένοι.

Ερωτ: έχεις άλλο τι να προσθέσης και γράμματα γνωρίζεις;

Αποκρ: Οχι και γράμματα γνωρίζω.

Εφω συνετάχθη η παρούσα και αναγνωσθείσα βεβαιωθείσα υπογράφεται ως έπεται.

Ο εισαγγελεύς               Ο γραμματεύς »


Μνήμες ανώνυμου Μικρασιάτη

«…Η δεύτερη φωτιά ξεπήδησε στον Αη- Βουκλά κοντά σε μια ξυλαποθήκη, εκεί είχαν καταφύγει πολλές φαμίλιες από το Σεβδίκιοοι.

 Φωτιές και σ’ άλλες συνοικίες φαινόταν πως όλες ήταν βαλτές. Πρώτα στις στέγες, μετά στα σπίτια. Ολόκληρα τετράγωνα καίγονταν. 

Οι πιο γεροί άντρες κουβαλούσαν παπλώματα, χαλιά και τρέχανε προς την προκυμαία, οι γυναίκες τα παιδιά, τα κορίτσια λίγα προυκιά, τα αγόρια -τα πιο μεγαλύτερα- μπαούλα, ραπτομηχανές.

Οι Τούρκοι έλεγχαν τους δρόμους, ολομέθυστοι , έψαχναν για χρυσάφι και λίρες. Τα δρομάκια είχαν γεμίσει πτώματα. 

Έζεχνε ο τόπος μια απαίσια μυρωδιά σάρκας καμένης και χυμένου φρέσκου αίματος. Σε δύο ώρες μέσα είχε καεί το ¼ της Σμύρνης.

 Το ξενοδοχείο «Κραϊμερ», το «καφέ του Φώτη», «το Χρυσούν Αποίδιον», το «καφενείο των Παρισίων», το «Αλάμπρα» , η «λέσχη των κυνηγών» εκείνη την ημέρα δεν είχαν την ίδια αίγλη. 

Στην Πούντα, εκεί που ήταν οι αποθήκες εφοδιασμού του ελληνικού στρατού, ήταν ακόμη γεμάτες με εφόδια, τυριά, ζάχαρες, ελιές, λάδια, ιματισμός όλα αφρούρητα. 

Στο λιμάνι της Σμύρνης όλα τα καράβια των δυνάμεων αραδιασμένα, σε τέλεια ασαλεψιά. Καμία πρόθεση , καμία κίνηση για επέμβαση, λες και ήταν βουβά. Από ένα αγγλικό θωρηκτό, αυτό που ήταν κοντά στη στεριά ακούγονταν ελαφρά μουσικά άσματα.

Ο Άγιος Στέφανος ήταν γεμάτος από Αρμένιους πρόσφυγες, μια στιγμή μέσα στη νύχτα η καμπάνα άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα, φωνές γυναικών σκούζαν απελπισμένα : «βοήθεια Χριστιανοί, βοήθεια, τρέξτε, τρέξτε» Λέγανε πως όσοι Τούρκοι συμμετείχαν στην σφαγή των Αρμενίων πήραν γερό μπαχτσίσι.

28 Αυγούστου

 Ημέρα Κυριακή η ατμόσφαιρα αποπνικτική, άταφα κουφάρια είχαν αρχίσει να μυρίζουν. Ο Νουρεντίν είχε εγκατασταθεί στο διοικητήριο της Σμύρνης.

Πυροβολισμοί εδώ και εκεί. Όλα τα εμπορικά καταστήματα ήταν ανοιγμένα, οι πόρτες παραβιασμένες ή σπασμένες με τσεκούρια. Τα εμπορεύματα απαγμένα, τα ράφια άδεια ή είχαν τα τελευταία άχρηστα πράγματα. 

Οι Λεβαντίνοι που περνούσαν βιαστικά έξω από τα μαγαζιά τα έβλεπαν με την άκρη του ματιού τους χωρίς να γυρνούν το κεφάλι και από φόβο και από ντροπή.

 Σε ένα στενό δρομάκι μια ομάδα Ελλήνων μάζευε τα πτώματα στην καρότσα ενός φορτηγού, τους ενδιέφερε να παραμείνει –για την ώρα- η προβλήτα ανοιχτή, για τους δρόμους και τα στενοσόκακα δεν νοιάζονταν. 

Προχώρησα λίγο παραπέρα, χαρτιά τεφτέρια δω και εκεί σκισμένα, πεταμένα, τα πτώματα από την ζέστη, και σ’ αυτήν την γειτονιά είχαν αρχίσει να βρωμούν.

Βούκλα/ Άγιος Νικόλαος πιο μεγάλη και άγρια φωτιά, το ίδιο και στην Αγία Αικατερίνη και στο μαχαλά του Αη Τρύφωνα σε μισή ώρα μέσα η Σμύρνη μας καιγόταν σε 7 διαφορετικά σημεία.

30 Αυγούστου

Προσπαθούσε να ξημερώσει και φαίνεται πως δεν μπορούσε ή δεν ήθελε.Το νεκροταφείο της Σμύρνης ήταν ήδη γεμάτο. Σε κάθε μνήμα επάνω καθόταν και μια οικογένεια, πολλές ζωντανές ψυχές, ταυτόχρονα ζωντανές και νεκρές μαζί στον ίδιο χώρο.

 Από τα ψηλά ερχόταν κόσμος κυνηγημένος με την ελπίδα στα μάτια να φτάσουν στη προβλήτα, φορτωμένοι με μπαγκάζια, άλλος ένα στρώμα, άλλος καλάθια μπόγους, άλλος ότι νόμιζε χρήσιμο. 

Όλοι σιωπηλοί, σκεπτικοί , συνοφρυωμένοι βάδιζαν ο ένας πίσω από τον άλλο, άρρωστοι οι πιο πολλοί, κουρελήδες, βρώμικοι φορώντας ότι ρούχα έβρισκαν μπροστά τους μόνο να κρύψουν την γύμνια να αντέξουν από το κρύο της πορείας. Πολλές φορές δεν τους ξεχώριζες αν ήταν αρσενικοί ή θηλυκά.

Στην Αγία Τριάδα –προάστιο Σμύρνης- άταφα πτώματα στους δρόμους και στη θάλασσα, πλέανε στον αφρό φουσκωμένα, πρησμένα σαν τύμπανα απαίσια, άγρια και αποκρουστικά στην όψη σου έφερναν ταραχή και αλλοφροσύνη.

Πολλά χρόνια μετά ακόμη με επισκέπτονταν στοιχειώνοντας τις νύχτες μου μόλις έκλεινα τα μάτια μου, την ίδια ώρα πάντα, με τα ίδια χρώματα, οι ίδιες εικόνες, ήταν σαν ένα ημερήσιο μνημόσυνο, ήταν σαν ένα κάλεσμα μνήμης σαν μια παράκληση να μην ξεχάσω ποτέ, όχι όμως μόνο εγώ αλλά και σεις μαζί μου….»

(ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική του περιεχομένου του παρόντος  σε  οποιονδήποτε site, χωρίς προηγούμενη άδεια της κατόχου του Ελένης Βασιλάκη, Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες