Ο Κρητικός Κουσκουσές-Ένα υφαντό έργο τέχνης με καταβολές από την αρχαιότητα - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

Ο Κρητικός Κουσκουσές-Ένα υφαντό έργο τέχνης με καταβολές από την αρχαιότητα



Αναπόσπαστο κομμάτι της προίκας των κοριτσιών στην Κρήτη του παρελθόντος ήταν ο  κουσκουσές, ένα είδος πατανίας πολύ προσεγμένης ύφανσης.

Της Ελένης Βασιλάκη

Ίσως και σήμερα κάποιες γυναίκες στην Κρήτη να έχουν καταχωνιασμένες τέτοιες πατανίες στις ντουλάπες τους, κληρονομία από τις μανάδες ή τις γιαγιάδες τους, καθώς πλέον δεν είναι της μόδας για να τις χρησιμοποιούν.

Ενδιαφέροντα στοιχεία για το συγκεκριμένο υφαντό είχε συγκεντρώσει στο βιβλίο της με τίτλο «Ο Κρητικός κουσκουσές-η σκουλάτη πατανία της Κρήτης» η Ρεθεμνιώτισσα Μαρία Τσιριμονάκη.

Ο κουσκουσές των φωτογραφιών βρίσκεται στη Μονή του Επανωσήφη και χρησιμοποιείται ως χαλί
Σύμφωνα με αυτά ο κουσκουσές ήταν κορυφαίο κομμάτι της προίκας της κρητικιάς νύφης ως τα χρόνια του μεσοπολέμου και όχι μόνο.

Με βάση την περιγραφή της «Αυτή στόλιζε το νυφικό κρεβάτι, εζέσταινε το κουρασμένο σώμα του ζευγαριού και εγέμιζε υπερηφάνεια, με την τέχνη και την ομορφιά της, τη μάνα ή την ίδια την κόρη, αν εκείνη την είχε υφάνει»

 Η Μαρία Τσιριμονάκη, παρότι αναγνώρισε κι εκείνη πως αυτό το υφαντό οι σύγχρονες κρητικές νύφες δεν το είχαν σε πολύ εκτίμηση, αφού δεν έβρισκαν θέση μέσα στα σπίτια τους για να το βάλουν, θεωρούσε πως θα υπάρξει στιγμή που θα βρεθεί ο κατάλληλος δημιουργός που θα αναβιώσει τον κουσκουσέ και θα καταφέρει να δέσει την αρχαία τεχνογνωσία με τις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής του.

Μια άλλη Ρεθεμνιώτισσα ερευνήτρια η Άννα Αποστολάκη, που είχε αναζητήσει την προϊστορία του κουσκουσέ, είχε συνδέσει αυτό το υφαντό με την αρχαία λάσια, της οποίας η επιφάνεια ή ένα τμήμα της καλύπτονταν από ομοιόμορφες θηλιές. 

Γι αυτήν την ταύτιση βασίστηκε σε πληροφορία του Πολυδεύκη,  «λάσιον επιβεβλημένος, οὓτω δέ καί νῦν καλοῦσι τά μαλλούς ἒχοντα χειρόμακτρα ὧς από της δασύτητος, ώστ’ οὐδέν ἂν κωλύοι τάς ονομαζομένας μαντήλας οὓτω καλείν». 

Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες στην ανατολική Μεσόγειο καταδεικνύουν, ότι η θηλειαστή διακόσμηση, που αποτελεί τη βάση του κρητικού κουσκουσέ, ως τεχνικό φαινόμενο, υπήρξε αποτέλεσμα μακριάς και γόνιμης παράδοσης.

Αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στην Αίγυπτο, στη Νουβία, στη Βερενίκη, στην Παλμύρα, στα Δούρα του Ευρωπού, στις σπηλιές at-Tar, στην Xinjiang, έδωσαν λινά και μάλλινα διάκοσμα υφάσματα με τη θηλειαστή ή κομποθηλειαστή τεχνική.


Στην Κρήτη, τα σκουλάτα υφαντά χρησιμοποιούνταν σαν κλινοσκεπάσματα,επιστρώματα κρεβατιών, αλλά και φελιτσάδες, δηλαδή για το στρώσιμο «τω χτημάτω» (φοράδας, μουλαριού, γαϊδάρου), που καβαλίκευε η νύφη ή ο γαμπρός, ή όσοι πήγαιναν έφιπποι στις πόλεις και στα πανηγύρια.

Τα σκουλάτα ήταν υφάσματα μάλλινα (στημόνι και υφάδι από μαλλί), βαμβακερά (στημόνι και υφάδι από βαμβάκι) ή μαλλοβάμβακα (στημόνι από μαλλί ή βαμβάκι και υφάδι από μαλλί ή βαμβάκι).

Το βαμβακερό νήμα, ως διακοσμητικό υφάδι στις θηλειές, ήταν πολύ λεπτό και ξαργητάρικο . Εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή ιδιαίτερα λεπτών υφασμάτων, όπως ήταν μαξιλαροθήκες, προσόψια και λεπτά κλινοσκεπάσματα.

Παλιότερα στο Ηράκλειο, οι γυναίκες ύφαιναν με βαμβακερό λεπτό κουσκουσέ τα παστεμάλια, ειδικά προσόψια για να σκουπίζονται όταν έβγαιναν από το χαμάμι. 

Για τις σόσκουλες ή κουσκουσελίδικες πατανίες, που αποτελούσαν και την αποκορύφωση της γυναικείας υπομονής και ψιμιδιοσύνης, έλεγαν: «τούτες χρειάζονται νου και κρασί».

Τέτοια υφαντά υφαίνονταν σε ολόκληρη την Κρήτη, αλλά πιθανόν τα Σφακιά, τα Ανώγεια και η Μεσαρά έχουν να παρουσιάσουν τα ομορφότερα δείγματα.

Τα κουσκουσελίδικα κλινοσκεπάσματα είναι ολόλευκα ή με ποικιλία σχεδίων και χρωμάτων. Γι’αυτή την περίπτωση, διαλέγονταν μαλλιά εκλεκτής ποιότητας, ώστε να παρουσιάζουν στιλπνές ανταύγειες, όταν βάφονταν.

Μία πατανία ήταν σόσκουλη (υφασμένη με συνεχείς θηλειές ενός μονόχρωμου νήματος) ή σόγεμη (με θηλειές στο φόντο και στο διάκοσμο) ή υφαινόταν με τερτίπι (με θηλειές μόνο στο διάκοσμο).Δηλαδή, όπως και στα κοπτικά υφάσματα, τα σκουλιά κάλυπταν ολόκληρο το ύφασμα ή δημιουργούσαν μόνο το σχηματοποιημένο διάκοσμο ή και τα δύο.

Η διακόσμηση των νεότερων σκουλάτων παρουσιάζει αρχιτεκτονικά θέματα, γεωμετρικά σχήματα φυτά (κληματίδες με φύλλα, έλικες και σταφύλια), ζώα, δηλαδή πληθώρα διακοσμητικών θεμάτων, που απαντάται και στα θηλειαστά υφάσματα της αρχαιότητας. 

Ο κρητικός αργαλειός των μεταβυζαντινών χρόνων, το τελάρο ή αργαστήρι, είναι ο καθούμενος, οριζόντιος τύπος αργαλειού με μιτάρια και πατήθρες. 

Περιγράφεται ποιητικά, αλλά πιστά σε ένα όμορφο τραγούδι των Σφακίων «Η αρραβωνιασμένη».Το τραγούδι μας διηγείται για μία όμορφη και πλούσια κοπέλα,που ύφαινε μέσα σε ένα παλάτι μαγικό, κτισμένο στις πλαγιές της Σαμαριάς:

«…Μέσα σ΄ αυτό το ένδοξο και
μαρμαρένιο σπίτι
έχει στεμένο τεχνικά το ακριβό τελάρο
είν΄ όλο ελεφάντινο, όλο φιλιντισένιο,
αυτιά, μεργιά και σφίκτηδες,
πέταλα, κρεμαστάργια,
έχει το χτένι ολόχρυσο με ασημένια δόντια
και την σαϊτα μάλαμα, διαμάντινα
μασούργια….».

Μετά την ύφανση, τα κουσκουσελίδικα υφαντά γαρνίρονταν στις δύο στενές πλευρές, ή αν προορίζονταν για το κρεβάτι στις τρεις πλευρές, με πρόσθετη μάλλινη δαντέλα με τα κούμαρα ή με δεσιά. 

(Πληροφορίες αντλήθηκαν από την Σοφία Τσουρινάκη και την μελέτη της Κουσκουσές ή η Ευδαίμων Ποικιλία της Θηλειαστής Διακόσμησης)

(ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ αυστηρά η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική του περιεχομένου του παρόντος σε οποιοδήποτε ιστότοπο, χωρίς προηγούμενη άδεια της κατόχου του Ελένης Βασιλάκη, Νόμος 4481/2017 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα)

Σελίδες