Ο λαογράφος Γιώργος Σταματάκης μας ξεναγεί στα φτωχικά λαϊκά σπίτια των Κρητικών του παρελθόντος - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Ο λαογράφος Γιώργος Σταματάκης μας ξεναγεί στα φτωχικά λαϊκά σπίτια των Κρητικών του παρελθόντος



Την ακριβή εικόνα που είχε το λαϊκό κρητικό σπίτι του παρελθόντος, χωρίς φτιασίδια και περιττές ωραιοποιήσεις , παρουσίασε σε πολυπληθές ακροατήριο, που κρεμάστηκε στην κυριολεξία από τα χείλη του, ο λαογράφος Γιώργος Σταματάκης.

Η ομιλία, στο πλαίσιο των Ψηφίδων Κρητικής Ιστορίας, είχε ως τίτλο «Τα σπίτια των προγόνων μας-Η γοητεία του ασήμαντου» και έδωσε την ευκαιρία στον Γιώργο Σταματάκη, με τον πηγαίο και χειμαρρώδη λόγο του, να ξεκαθαρίσει τι δεν είναι λαϊκό σπίτι, αποκαθιστώντας στο χώρο και το χρόνο τη σημαντική αυτή, αρχιτεκτονική και στενά συνυφασμένη με την παράδοση, πλευρά της ζωής των Κρητικών.

Όπως εξήγησε ο κ Σταματάκης αφορμή να ασχοληθεί περαιτέρω με αυτό το θέμα στάθηκαν οι εκδοχές  αξιόλογων, κατά τ’ άλλα, ερευνητών οι οποίοι παρουσίαζαν την λαϊκή αρχιτεκτονική κατά τρόπο που απείχε παρασάγγας από εκείνα τα οποία ο ίδιος είχε ως  βιώματα .


Σύμφωνα με τις περιγραφές του, το σπίτι των προγόνων μας δεν είναι το αστικό σπίτι που έχουμε κατά νου ενώ ο τίτλος «λαϊκό σπίτι» μπορεί να συμπεριλάβει κατοικίες από την μινωική εποχή μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν μετά από αλλεπάλληλες επαναστάσεις τα λαϊκά και κυρίως αγροτικά στρώματα απέκτησαν μια ελευθερία και την συνακόλουθη αυτής ευμάρεια, που τους επέτρεψε με βήμα αργό να αλλάξουν την ζωή τους.

Οι γνώσεις μας για τον πολιτισμό που αδόκιμα ονομάζουμε λαϊκό,
 υπογράμμισε ο κ Σταματάκης,  είναι λανθασμένες καθώς οι  λαογράφοι τελικά, έφθασαν να μελετούν τους δυνάστες του λαού και όχι τον ίδιο τον λαό. 

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στην μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Για παράδειγμα στην Κρήτη όσοι μιλάνε για λαϊκή αρχιτεκτονική παραπέμπουν στα φρουριακής μορφής αρχοντικά της βενετοκρατίας ή στα πολύχρωμα κονάκια των αγάδων της τουρκοκρατίας. Μελετούν αυτά, διότι αυτά σώθηκαν είτε επειδή ήταν πιο γερές οικοδομές είτε επειδή άξιζε τον κόπο να σωθούν.


Έτσι περιγράφουμε ένα λαϊκό σπίτι με φουρούσια, σφενδόνια, μενσολίνες, υφαψίδια, αλλεπάλληλα τόξα, λιακούς, λοτζέτες, προστώα και λιθανάγλυφα με θυραιούς πλαίσια. 

 Όμως τι σχέση έχουν αυτά με τον λαό ; το λαϊκό σπίτι βρισκόταν πάντα στην σκιά των αρχοντικών και σε αυτό ζούσε το σύνολο του πληθυσμού. Ήταν μικρό χαμωτό, χωρίς παράθυρα μόνο με θυρίδες, δώμα- που έσταζε- κτισμένο με ξερολιθιά και με χώμα, χωρίς καμιά διακόσμηση ή άλλη πολυτέλεια.

Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο του σπιτιού, τα έπιπλα και σκεύη. Τα σκεύη τα ασημένια και περίτεχνα από «άσημι λαβοράδο και χρυσάφι φίνο», που διαβάζουμε στις μελέτες, τα σκαλιστά έπιπλα τα χρυσοΰφαντα υφάσματα με πορφυρό δαμασκηνό, τα γιορντάνια με τους μαμουντιεδες και τους αμπρακάμους ήταν κτήματα της άρχουσας τάξης.

Ο λαός καλά-καλά δεν τα γνώριζε και όταν οι αφέντες του άφηναν για ψυχική σωτηρία με την διαθήκη τους, μια βέργα μια καμπάνα η μια κούπα με την άρμα την σκαλιστή, τα εκποιούσαν στην Μαντονίνα του Φόρου για να ξεπληρώσουν το χρέος ή για να ταΐσουν τα λιμοκτονούντα τέκνα τους.


 Πως ακριβώς ήταν το σπίτι το λαϊκό την εποχή εκείνη μπορούμε να το διαπιστώσουμε τόσο από τα  έγγραφα των νοταρίων της βενετοκρατιας όσο και από τους κώδικες του τουρκικού ιεροδικείου, στα οποία καταχωρούνταν οι εκτιμήσεις της κινητής και ακίνητης περιουσίας. 

  Η περιγραφή των λαϊκών σπιτιών είναι απελπιστικά πενιχρή: Ένα μονόσπιτο  με μια κτιστή πεζούλα που είχε στρώμα θάμνους και άχερα με δύο λινοφαντισμένες από την χρήση φελιτσάδες, μια άδεια τάβλα για ράφι στον απέναντι τοίχο ένα πετροτσίκαλο χωρίς αυτιά, μια ραγισμένη κουρούπα και ένα μολυβένιο πιάτο σκουριασμένο. 

Και ο εκτιμητής έβγαζε για όλο το ακίνητο και το περιεχόμενο του, την ίδια τιμή που βλέπουμε σε άλλες περιγραφές να εκτιμάτε μόνο η αλατιέρα της Μαθιάς Κορναροπούλας με την σκαλισμένη άρμα των Κορνάρων. Και όμως αυτή η αλατιέρα σήμερα παρουσιάζεται ως έργο λαϊκής τέχνης και με βάση αυτή κατασκευάζουμε την εικόνα ενός λαϊκού σπιτιού. Αυτό όμως εκτός από λάθος είναι και άδικο.

Μελετώντας το πραγματικά Κρητικό λαϊκό σπίτι, σημείωσε ο Γιώργος Σταματάκης, διαπιστώνουμε μια απίστευτη αντοχή και συνέχεια στον χρόνο.

Βλέπουμε ότι από την μινωική εποχή μέχρι σχεδόν τις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχε αλλάξει τίποτα στην αρχιτεκτονική του. Το  σπίτι που κατοικούσαν οι απλοί άνθρωποι  είναι ίδιο με τα σπίτια που κατοικούσαν την μινωική, τη αρχαϊκή, την κλασική, την ρωμαϊκή την βυζαντινή εποχή, την βενετοκρατία και την τουρκοκρατία. Ίδιες διαστάσεις ίδια υλικά ίδια αισθητική…. Διότι ήταν ίδιες οι συνθήκες, οι ανάγκες οι φόβοι και οι αγωνίες των ανθρώπων.

Αυτό μπορούμε να το ανιχνεύσουμε καλύτερα σε χωριά που ερήμωσαν πριν τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η περίπτωση των χωριών των Αστερουσίων

Στο σημείο αυτό έγινε αναφορά από τον Ηρακλειώτη λαογράφο στα χωριά της περιοχής καταγωγής του, τα Αστερούσια, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ανέρχονταν σε τουλάχιστον 100.Τα χωριά αυτά ερήμωσαν την εποχή που έπρεπε, πριν τα αλλοιώσει ο χρόνος, είπε, προσθέτοντας ότι αποτελούν την καλύτερη εκδοχή για την μελέτη του αυθεντικού λαϊκού σπιτιού των προγόνων μας.

Τα σπίτια αυτά ήταν βασισμένα σε ένα κυρίαρχο για αιώνες αξίωμα: «Σπίτι μόνο να χωρείς, πράματα όσα μπορείς» που έλεγαν με το σοφότερο ύφος που διέθεταν οι παλαιοί Κρητικοί.  Αυτό οφείλεται τόσο στο σεισμογενές έδαφος όσο και στους αλλεπάλληλους κατακτητές που δέχτηκε η Κρήτη. Ήταν ανώφελο ακόμη και αν μπορούσαν, να κτίσουν ένα πολυτελές και δαπανηρό σπίτι αφού με τις συνθήκες που προαναφέραμε θα ήταν εφήμερο.
 Η φιλοσοφία αυτή καθόριζε για αιώνες την μορφή των σπιτιών ώσπου η ανάγκη έγινε κανόνας.

Τα Αστερουσιανά αυτά χωριά με την ερήμωση τους την κατάλληλη στιγμή, διέσωσαν πραγματικά την αυθεντική εικόνα του κρητικού αγροτόσπιτου που παρέμεινε όμοιο και απαράλλακτο για χιλιετίες.  Η διάταξη των σπιτιών το μέγεθος αυτών και του οικισμού, η διαρρύθμιση και τα υλικά τους δεν άλλαξαν καθόλου από την εποχή των Μινωιτών.

Βλέποντας κάποιος τα ερείπια ενός μινωικού οικισμού, όπως αυτού στις Αλατσίστρες και συγκρίνοντας τον με τα απομεινάρια ενός Αστερουσιανού οικισμού  όπως τα Χαρχαλετουδιανά δεν θα μπορέσει να ξεχωρίσει ποιο ανήκει σε κάθε εποχή.

Ακόμη και ειδικοί ερευνητές και αρχαιολόγοι έχουν παραπλανηθεί καταγράφοντας ερείπια μεσαιωνικών οικισμών ως μινωικά και αντίθετα, όπως συνέβη στην περίπτωση του Σαβιδοχωρίου Μονοφατσίου και της Ζακάνθου Σητείας.


Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των κρητικών σπιτιών

Αναμφίβολα, στην γενικότερη διαμόρφωση της ιδιαίτερης και με ενιαίο ύφος Κρητικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, συνέβαλαν παράγοντες, όπως η γεωγραφική θέση του νησιού, η μεγάλη του έκταση, η γεωμορφολογία του εδάφους του, αλλά και η πολυτάραχη ιστορική διαδρομή του στο χρόνο.

 Ιχνηλατώντας όμως, μέσα από τις πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, την περίφημη αυτή οικιστική συνέχεια διακρίνουμε ότι κυρίαρχος παράγοντας σ΄ αυτή την διαμόρφωση ήταν  οι ανά τους αιώνες επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Ένα τεράστιο διαχωριστικό φράγμα υψωνόταν πάντοτε ανάμεσα στην απλή και καθαρά λειτουργική, ανώνυμη οικοδομική δραστηριότητα και την περιορισμένη για λίγους εκλεκτούς επίσημη αρχιτεκτονική.

Το Κρητικό λαϊκό σπίτι ελάχιστα διαφοροποιήθηκε, στην πορεία των αιώνων γιατί ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης της εξαθλιωμένης οικονομικά και κατατρεγμένης ή υποτελούς πληθυσμιακής βάσης σε σχέση πάντα με την ντόπια» αλλά κυρίως την «ξένη αριστοκρατία των γαιοκτημόνων… Απόδειξη αυτής της αναγκαστικής επιλογής του ταπεινού και λιτού είναι η αλλαγή  των προτιμήσεων, όσων κατάφεραν να ορθοποδήσουν οικονομικά απαρτίζοντας την εκάστοτε … αστική τάξη».

Αλλά και στις πόλεις μέσα υπό άλλες αλλά όχι άσχετες συνθήκες διαβίωναν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και ανάλογα αλλά όχι ίδια  ήταν τα σπίτια και οι γειτονιές στις οποίες κατοικούσαν. Αυτές οι λαϊκές συνοικίες των πόλεων , με τα μικρά και ακανόνιστα οικοδομικά τετράγωνα, τα πολυδαίδαλα στενά σοκάκια συνέθεταν την εικόνα μιας αυθόρμητης μεν πολεοδομικής ανάπτυξης με έντονα όμως στοιχεία αμυντικής διάρθρωσης ενδεικτικό στοιχείο ανασφάλειας από τις συνεχείς πολεμικές προετοιμασίες οι οποίες ταυτοχρόνως συντηρούσαν την άνιση κατανομή του πλούτου…..

Τόσο μέσα στις πόλεις όσο και στην ελεγχόμενη από την κεντρική εξουσία ύπαιθρο, συνυπήρχε πάντοτε η ταπεινή λαϊκή αρχιτεκτονική με τις καλοσχεδιασμένες επώνυμες οικοδομές γοήτρου αξιωματούχων. Τα αγροτόσπιτα, άγρια ρεαλιστική εικόνα των συνθηκών που τα δημιούργησαν, αφέθηκαν πλήρως στον εναγκαλισμό μιας άλλης αλήθειας, αυτής της σκληρής και στεγνής γης και έτσι επιβίωσαν με συνεχείς επαναλήψεις της μορφής τους, δίπλα σε βενετσιάνικα μέγαρα, επαύλεις αναγεννησιακού ρυθμού και τούρκικα κονάκια βαλκανικής αρχιτεκτονικής που συνεχώς άλλαζαν υπό την επήρεια του νέου.


Κατηγορίες ανάλογα με την περιοχή

Όπως είναι φυσικό υπάρχουν μορφολογικές και διαρθρωτικές μικροδιαφορές στα κρητικά αγροτικά σπίτια των διαφόρων περιοχών του νησιού, προκειμένου αυτά να εναρμονιστούν πλήρως στον περιβάλλοντα χώρο τους και στα στοιχεία που τον συνέθεταν. Έτσι, ακολουθούσαν πιστά την διαμόρφωση και τις φυσικές κλίσεις του εδάφους και έστρεφαν  την πρόσοψη ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες της κάθε περιοχής χωρίς η «αναζήτηση θέας» να έχει προτεραιότητα, όπως στον σύγχρονο τρόπο δόμησης. Η άρθρωση των σπιτιών δεν γινόταν συνήθως γραμμικά κατά μήκος ενός μόνο δρόμου ή» έστω «πεταλοειδώς….. αλλά σε κύκλο καθορισμένο περιμετρικά από φυσικά όρια (ρέματα ποτάμια γκρεμούς).

Αυτή η κυκλική οικιστική διάταξη οργανωνόταν κατά σμήνη-γειτονιές με σπίτια κυριολεκτικά στοιβαγμένα σε ακανόνιστα οικοδομικά τετράγωνα. Τα τετράγωνα αυτά αναπτύσσονταν μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα στενών παράλληλων καθέτων ή καμπύλων δρόμων.

Χαρακτηριστικά είναι τα αδιέξοδα σοκάκια που χρησιμοποιούνται σαν κοινόχρηστες αυλές των παλαιών μονόχωρων και διπλών μονόχωρων σπιτιών. Οι κάθετοι στις υψομετρικές καμπύλες, δρόμοι, διαμορφώνονταν με σκαλοπάτια προσαρμοσμένα στο βηματισμό των ζώων και καλύπτονταν με» χοντροειδές «καλντερίμι ανάλογα διευθετημένο ώστε να απομακρύνονται γρήγορα τα όμβρια ύδατα αλλά και τα απόνερα των γύρων σπιτιών.

Εκτός από τους μόνιμους οικισμούς, υπήρχαν διάσπαρτοι, τόσο στα ορεινά όσο και στα πεδινά μέρη του νησιού και άλλοι μικρότεροι εποχιακού χαρακτήρα, τα μετόχια, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της αγροτοποιμενικής δραστηριότητας των κατοίκων σε απομονωμένα από τα χωριά μέρη».

Έχουμε πολλά ορεινά μετόχια κτηνοτρόφων όπως αυτά της Νίδας ή των Λευκών Ορών, αλλά και ορεινά μετόχια καλλιεργητών όπως των οροπεδίων της Ανατολικής Κρήτης (Σελάκανο, Μινός, Αύγος). 

Περισσότερα και πιο οργανωμένα ήταν τα πεδινά ή χαμηλότερου υψώματος αγροτικά μετόχια όπως του Μεραμπέλου και της Βιάννου.


«Τα παραθαλάσσια μετόχια  αποτελούν ιδιαίτερη περίπτωση. Στην επαρχία Σφακίων λ.χ. οι κάτοικοι τον χειμώνα εγκατέλειπαν ομαδικά τα ορεινά για να εγκατασταθούν σε μετόχια κοντά στο Λυβικό Πέλαγος. Σε αυτά τα ορεινά και πεδινά μετόχια αλλά και στους ανοχύρωτους μικρούς παράλιους οικισμούς της δυτικής κυρίως Κρήτης (επαρχίες Σφακίων Σελίνου και Κισάμου) η δόμηση ήταν αραιή χωρίς σαφές οικιστικό περίγραμμα και με μεμονωμένα σπίτια κτισμένα  ανεξάρτητα χωρίς σημισακούς τοίχους.»

Τα παραθαλάσσια μετόχια πολλαπλασιάστηκαν στα τέλη του 19ου αρχές 20ου αιώνα όταν απέκτησαν και εμπορικό ρόλο. Ένας ρόλος που υπήρχε και την αρχαιότητα αλλά είχε εκλίψει κατά τον μεσαίωνα. Κτίζονται αρχικά μαγατζέδες για την αποθήκευση και στην συνέχεια την μεταφορά των αγροτικών προϊόντων αλλά κυρίως του χαρουπιού, το εμπόριο του οποίου γνώρισε μεγάλη άνθηση λόγω της βιομηχανικής χρήσης του  αλλά και εξαιτίας των αγορών που διαμορφώθηκα μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων στην Ανατολική Ευρώπη, και το οποίο ανέδειξε μια νέα τάξη στην Κρήτη με  κορυφαίους εκπροσώπους της τους Καλοκαιρινούς.

Η παρακμή του εμπορίου «μετέτρεψε τα παραθαλάσσια αυτά μετόχια σε κέντρα μαζικής υποδοχής του ορεινού αγροτικού πληθυσμού άλλοτε ως καλλιεργητών πρώιμων κηπευτικών και άλλοτε ως ζευκολόγων και παραθεριστών, για να φτάσουμε στα τέλη του 20ου αιώνα με την άναρχη μετατροπή τους σε θέρετρα μαζικού τουρισμού.


Η οικολογική υπόσταση των κρητικών σπιτιών

Ο κ Σταματάκης αναφέρθηκε και στην πραγματικά  αξιομνημόνευτη   οικολογική υπόσταση των λαϊκών σπιτιών που ήταν κτισμένα με τέσσερα  υλικά: Πέτρα, νερό, ξύλο και χώμα. Υλικά που αντλούνταν επιτόπου, από μια μικρή ακτίνα γύρω από το σπίτι. Δεν υπήρχαν ξένα σώματα δεν μεταφέρονταν υλικά από άλλες αποστάσεις. Όλα συλλέγονταν από την ίδια γη που φιλοξενούσε το κτίσμα.

Νομίζω ότι είναι τουλάχιστον διδακτικό, υπογράμμισε ο ίδιος,  ότι σε ένα τόπο, που για τόσους αιώνες άρχισαν και τελείωσαν γενιές ανθρώπων, δεν περισσεύει τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι απόλυτα ενταγμένο στο τοπίο.  Δεν θα συναντήσεις υπέρογκες κατασκευές μεγάλα τεχνικά έργα πολύτιμα υλικά κολώνες και αγάλματα όπως έχουμε συνηθίσει να αναζητούμε το παρελθόν μας. Κι όμως αυτά τα έρημα χωριά ακόμη και όταν έχουν εκλείψει εντελώς τα ίχνη τους εκπέμπουν μια αφάνταστη γοητεία.

Η περίπτωση του οικισμού Κουτού

Η Κουτού ήταν ένα μικρό χωριό στο κέντρο του νομού Ηρακλείου του οποίου όλοι οι κάτοικοι είχαν εξισλαμιστεί κατά την τουρκοκρατία και το εγκατέλειψαν τον 19ο αιώνα άρον άρον φοβούμενοι για όσα είχαν κακουργήσει, τις αντεκδικήσεις των χριστιανών, που κυριαρχούσαν ήδη στην ύπαιθρο.

Πρόκειται για ένα έρημο χωριό που δεν  έχει μνημειώδεις κατασκευές. Δεν έχει καν μνημεία. Δεν σημαδεύτηκε από κανένα  ιστορικό γεγονός. Δεν ανέδειξε κανένα ιστορικό πρόσωπο. Ούτε μια γραμμή, ούτε μια λέξη, δεν θα βρεθεί γι’ αυτό στην ιστορία.

 Κι  όμως η Κουτού είναι σπουδαία, σημείωσε ο κ Σταματάκης εξηγώντας πως είναι σπουδαία, γιατί είναι  «ασήμαντη». Τόσο  «ασήμαντη», όσο και οι άνθρωποι που την κατοίκησαν. Που ήλθαν, έζησαν και έφυγαν αθόρυβα, όπως και  όλοι  εκείνοι που τελικά διαμόρφωσαν την ιστορία. Τόσο «ασήμαντη» που χάνει τη χρηστική της υπόσταση και μετατρέπεται σε έργο τέχνης.

Τα ερείπια της Κουτού, βρίσκονται σε μικρή απόσταση ανατολικά του Λαρανίου, πάνω σ’ ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό ύψωμα. Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς στη θέα τους είναι ότι πρόκειται για φρούριο. Και αυτό δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, αφού  αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα  οικισμού φρουριακής μορφής.  Αυτή η μορφή, που είχαν τα περισσότερα χωριά όλων των προηγουμένων περιόδων της κρητικής ιστορίας, και αλλοιώθηκαν από μεταγενέστερες επεμβάσεις που απέφυγε η Κουτού, αφού εγκαταλείφθηκε τη στιγμή ακριβώς που «έπρεπε».

Η πρόσβαση είναι εφικτή από τη δυτική πλευρά, που η κλίση του εδάφους είναι ομαλότερη. Από  ανατολικά υπάρχει απότομος γκρεμός. Οι υπόλοιπες πλευρές του χωριού, προστατεύονταν από τους ίδιους τους εξωτερικούς τοίχους των σπιτιών του, που ήταν συνεχόμενοι και κτισμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν οχυρό τείχος  χωρίς περάσματα και ανοίγματα, εκτός από κάποιες στενές θυρίδες που χρησίμευαν περισσότερο ως πολεμίστρες.

Όλα τα σπίτια  είναι θεμελιωμένα πάνω στον βράχο από τον οποίο προέρχεται και η πρώτη ύλη τους. Πάνω σ’ αυτήν τη μεγάλου παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος βραχώδη επιφάνεια, είναι κτισμένο σαν ενιαίο κτίριο όλο το χωριό. Τα σπίτια αποτελούν ένα σώμα κι εκτός από τον φρουριακό χαρακτήρα της εξωτερικής τους πλευράς, το ίδιο ισχύει και για την εσωτερική τους δόμηση.

 Το ένα σπίτι εισέρχεται στο άλλο με όρια ασαφή, με όλους τους μεσότοιχους κοινούς, με στενά δρομάκια, με ελάχιστα ανοίγματα, με μικρούς χώρους, αλλά κυρίως με μεσόπορτες που επέτρεπαν την επικοινωνία όλων των σπιτιών. Έτσι κάποιος κυνηγημένος μπορούσε να μπει σ’ ένα σπίτι στην άκρη του οικισμού, να διανύσει όλα τα σπίτια και να βγει στην άλλη άκρη χωρίς να γίνει  αντιληπτός.

  Παράλληλη διέξοδο φυγής παρείχαν και οι σκεπές των σπιτιών που  ήταν επίπεδες - δώματα - στο ίδιο περίπου ύψος και εφάπτονταν μεταξύ τους. Οι κάτοικοι, επομένως, του οικισμού μπορούσαν να διαφύγουν είτε μέσα είτε πάνω από τα σπίτια χωρίς να χρειαστεί να βγουν στον δρόμο και να γίνουν αντιληπτοί. 

Η αρχιτεκτονική της Κουτού είναι γέννημα του φόβου, της ανασφάλειας και της ανάγκης. Δεν  βασίστηκε σε ενιαίο και οργανωμένο σχέδιο, αλλά  προέκυψε με την πάροδο των αιώνων.  Εκτός όλων των άλλων φανερώνει και τους δεσμούς - κυρίως αίματος - που συνέδεαν τους κατοίκους. Σε οικισμούς όπως αυτός,  το φαινόμενο της ενδογαμίας είχε λάβει τόσο ακραία μορφή ώστε όλοι οι κάτοικοι αποτελούσαν κυριολεκτικά μια οικογένεια.

Εκείνο, όμως, που καθιστά την Κουτού  άκρως ενδιαφέρουσα είναι  η φρουριακή μορφή της. Μια μορφή που έρχεται από πολύ μακριά, αφού όμοιους και απαράλλακτους οικισμούς συναντούμε από τη μινωική περίοδο, πχ το Καρφί, το Βρόκαστρο και η Πλάτη.

Προσαρμοσμένη η Κουτού, απόλυτα στο τοπίο, γίνεται δύσκολα αντιληπτή. Μοιάζει και είναι η φυσική συνέχειά του, που δεν ξεχωρίζει από τα χώματα, τα βράχια και τους θάμνους. Η ανθρώπινη επέμβαση, που υπάρχει και μετράται σε δραστηριότητα αιώνων, είναι ανεπαίσθητη.  Αντίθετα κυριαρχεί  το  «τα πάντα εν σοφία»  διεταξάμενο χέρι του Θεού.  Γι’ αυτό,  και κατά την Κωνσταντινίδεια  έκφραση, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε και την Κουτού ως Θεόκτιστη.


Τι βλέπουμε σε άλλες περιοχές

Πέρα από την εποχή οι λεπτομέρειες των λαϊκών σπιτιών καθορίζονται και από την περιοχή διατηρώντας και πάλι αναλλοίωτο το σύνολο. Για παράδειγμα  στα μετόχια του Μεραμπέλου όπου δεν υπάρχουν πολλά μεγάλα δέντρα και όσα υπάρχουν είναι πολύτιμα λόγω τις έλλειψης πηγών δεν υπήρχαν κατάλληλα μεσοδόκια για να στεγαστούν μεγάλοι χώροι. Έτσι δημιουργήθηκαν αλλεπάλληλες καμάρες που ενοποιούσαν μικρούς συνεχόμενους χώρους ικανούς με τον τρόπο αυτό να στεγαστούν ακόμη και με κλαδιά.

Αντίθετα στα Σφακιά όπου τα δέντρα είναι άφθονα και τεράστια μπορούσαν να στεγάσουν άνετα μεγάλους χώρους μάλιστα οι λυράρηδες όπως ονομάζονται οι κάθετοι πελώριοι δοκοί που δίκη κιόνων τοποθετούνται σε κεντρικά σημεία υποβαστάζοντας τους οριζόντιους που αντικαθιστούν την καμάρα, τεχνικά και αισθητικά δεν έχουν καμιά διαφορά από τους ξύλινους μινωικούς κίονες που έχουμε σήμερα την εικόνα τους από τις με μπετόν έγχρωμες αποκαταστάσεις του Έβανς.

Στα  χωριά γύρω από τη Γαλιά, Μονόχωρο Απόλυχνος Βρέλι κλπ όπου υπάρχει πωρόλιθος τα σπίτια έχουν υπόλευκο χρώμα και μια πιο οργανωμένη και στιβαρή τοιχοποιία αφού το υλικό αυτό πελεκάτε εύκολα. Αντίθετα στα χωριά των Αστερουσίων  όπου κυριαρχεί η σιδερόπετρα ή ο κούσκουρας βλέπουμε  ένα  πιο σκούρο χρώμα και μια πιο αρχέγονη αλλά στιβαρή όψη στο κτίσμα. Στα χωριά δε του νοτίου Ρεθύμνου όπου η πέτρα συλλέγεται από τα ρυάκια και τους χείμαρρους – οι λεγόμενες ποταμόπετρες-  που έχουν στρογγυλεμένο σχήμα  και μικρό μέγεθος τα σπίτια φαίνονται πιο εύθραυστα. Έτσι λοιπόν τα σπίτια έχουν το χρώμα του τόπου στον οποίο επιστρέφουν όταν ερημώσουν.

Τα σημεία όπου έκτιζαν οι παλιοί

Τα παλιά χωριά και τα σπίτια που τα συγκροτούσαν ήταν κτισμένα στο πιο άχρηστο από πλευρά εκμετάλλευσης σημείο. Σε ένα σημείο με μεγάλη κλίση και πολλά βράχια που δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί. Έτσι δεν κατέστρεφαν ούτε σπιθαμή γης. Όλο το χωριό καταλάμβανε την έκταση δύο ή τριών σημερινών σπιτιών. Αν εξαιρέσουμε τα τουριστικά χωριά που ιδρύθηκαν στα τέλη του 20ου αιώνα, όλα τα άλλα χωριά έχουν  αρχαία καταγωγή αναγόμενη τουλάχιστον στην β΄ βυζαντινή περίοδο της Κρήτης. και όλα   βρίσκονται κτισμένα στο περιθώριο, χωρίς να αχρηστεύουν ούτε μια σπιθαμή εύφορου εδάφους. Ακόμη και οι πόλεις είναι κτισμένες σε βραχώδης και εντελώς άγονες εξάρσεις. Το ίδιο το παλαιό Ηράκλειο είναι κτισμένο σε μια τεράστια πλάκα ασπρουγιά.

Το σημαντικό όμως είναι ότι οι πρόγονοι μας δεν έχτιζαν τα σπίτια τους βάση κάποιου οργανωμένου σχεδίου ούτε από εσκεμμένη οικολογική συνείδηση. Ότι έκαναν το  έκανα εντελώς ασυνείδητα. Οι ενέργειες τους δεν ήταν απόρροια μια λογικής διεργασίας αλλά μιας αυθόρμητης και αυτονόητης διαδικασίας. Το ωραίο και το καλό σε ένα λαό με χιλιάδες χρόνια σπουδαίου πολιτισμού αποτελεί βίωμα και η κάθε του πράξη έρχεται αυθόρμητα και αβίαστα όπως κάθε τι το φυσιολογικό που δεν απαιτεί καμιά σκέψη, ούτε πρώτη ούτε δεύτερη.


Οι αλλαγές στα τέλη του 19ου αιώνα

Στα τέλη του 19ου αιώνα έγιναν, κατά τον κ Σταματάκη, οι πρώτες μεγάλες αλλαγές στα σπίτια των προγόνων μας. Αυτό ήταν απόρροια της ελευθερίας και της  ευμάρειας που την συνόδευσε. Έτσι για πρώτη φορά το λαϊκό σπίτι αρχίζει να μιμείται το σπίτι μιας άλλης τάξης. Αρχίζει να αστικοποιείται. Οι διαστάσεις του μεγαλώνουν, υποδιαιρείται σε χώρους που έχουν συγκεκριμένη χρήση, κάτι που μέχρι τότε  ήταν αδιανόητο και για πρώτη φορά αποκτά λεπτομέρειες χωρίς χρηστική αλλά μόνο αισθητική αξία. Τα ανοίγματα πολλαπλασιάζονται και τοποθετούνται συμμετρικά, περιβάλλονται με λιθανάγλυφες λεπτομέρειες όπως κυμάτια, επίκρανα, παραστάδες κογχάρια και αετωματικές απολήξεις.

Χαρακτηριστικά του κυρίαρχου τότε στις πόλεις νεοκλασικού ρυθμού που εφαρμόζονται και στο λαϊκό σπίτι με τον απλουστοποιημένο τρόπο που τα είχαν αφομοιώσει οι παραδοσιακοί κτίστες που γίνονται πλέον μαστόροι. Η μίμηση αυτή δημιούργησε ένα νέο τύπο σπιτιού.

 Ήταν το ονταλίδικο η μοντάβλιδο σπίτι των 13 μεσοδοκιών. Δηλαδή ένα σπίτι τέτοιου μεγέθους που μπορούσε να στεγαστεί με 13 μεσοδόκια και έφερε οντά είτε σε όλο του το μήκος είτε στην μια του πλευρά. Δίπλα του υπήρχε το μουτουπάκι, το δώμα του οποίου αποτελούσε την λοτζέτα με είσοδο από τον οντά.

Σε κάποια απομονωμένα χωριά ωστόσο ο νέος αυτός τύπος είτε δεν έφτασε ποτέ, όπως τα Περβολάκια Σητείας,  είτε συνυπήρξε μαζί με την προαιώνια αρχέγονη κατοικία.

Παρά την κακή εικόνα που παρουσίαζε το κρητικό λαϊκό σπίτι των περασμένων εποχών είναι γεγονός και αναγνώρισε και ο κ Σταματάκης πως αντί να μας απωθεί, μας έλκει και μας γοητεύει.

 Την περίεργη αυτή έλξη προσπάθησε να ερμηνεύσει στον επίλογο της εργασίας του με τίτλο «Συνοπτική θεώρηση του Κρητικού Παραδοσιακού Σπιτιού» αρχαιολόγος Περίανδρος Επιτροπάκης σημειώνοντας στοχαστικά και επιστημονικότατα : «Πέρα από κάθε κοινωνικοοικονομική ανάλυση των συνθηκών δημιουργίας του ταπεινού παραδοσιακού αγροτόσπιτου αλλά και από κάθε αισθητική αξιολόγηση της απέριττης κυβιστικής μορφής του, προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε γιατί θέλγει τον σύγχρονο θεατή. 

Ας θυμηθούμε ότι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων η ένταξη των μεταπολεμικών κτιρίων στο περιβάλλον αποτελεί το ασθενέστερο τους σημείο και ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα ζει και εργάζεται σε ένα περιβάλλον σημαντικά υποβαθμισμένο. Η απάντηση λοιπόν ίσως βρίσκεται στη βαθύτερη ανάλυση της σχέσης του ίδιου του παραδοσιακού κτίσματος με την γη όπου εδράζεται και με το περιβάλλον όπου εντάσσεται. 

Η μεταξύ τους συνάφεια παραπέμπει σε μια διαφορετική φιλοσοφική θεώρηση, την οποία σήμερα - περισσότερο από ποτέ – έχουμε ανάγκη αφού δεν ερμηνεύει το περιβάλλον αναλυτικά και διαλεκτικά διχοτομώντας εν τέλει την σχέση μας με την φύση. Αυτό το ανθρώπινο επίτευγμα της αρχιτεκτονικής των βασικών αναγκών στέκει με ταπεινότητα μπροστά στην ολότητα της φύσης προσπαθώντας να γίνει ένα με αυτή. Ένα τέτοιο πνευματικό μονοπάτι – ορθής αναγωγής στις πηγές της αρχιτεκτονικής παράδοσης – χρειαζόμαστε, στην προσπάθεια μας να εμφανιστούμε με σύνεση, συνέπεια και κοινωνική υπευθυνότητα στην εμπροσθοφυλακή του μεταβιομηχανικού πολιτισμού».

Η ομιλία του κ Σταματάκη έκλεισε με τρεις υπέροχες ιστορίες από τον τόπο του δοσμένες με το μοναδικό χιούμορ του άμεσα σχετιζόμενες με το θέμα που παρουσίασε, δηλαδή το λαϊκό σπίτι και τις αξίες που το συνόδευαν

Post Bottom Ad

Η διαφημιση σας εδω

Σελίδες