Το χειμώνα του 1996-1997, ανασκάφηκε στην περιφέρεια των Μαργαριτών Μυλοποτάμου, στην θέση «Καλοσυκιές», ένας σημαντικός θολωτός τάφος της Υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου.
Ο τάφος βρέθηκε σε ιδιοκτησία του Μ. Παπαδάκη, με την τοποθεσία
του μέχρι τότε να ήταν άγνωστη από αρχαιολογικής απόψεως.
Ο θολωτός τάφος έχει ανατολικό προσανατολισμό και είναι
προσβάσιμος μέσω ενός κατηφορικού διαδρόμου, με συγκλίνουσες πλευρικές
τοιχοποιίες, μήκους 13,70 μέτρων και πλάτους 1,90 μέτρων.
Οι πλευρικοί τοίχοι του κατασκευάστηκαν από μεγάλες
πλακοειδείς πέτρες καλύπτοντας τα πρώτα 6 μέτρα από την είσοδο του ταφικού
θαλάμου.
Ο διάδρομος οδηγεί σε
μια εντυπωσιακή είσοδο, ύψους 1,94 μέτρων, πλάτους 0,86 μέτρων με ενσωματωμένα
παραστάδες και υπέρθυρο.
Το φράγμα της εισόδου βρέθηκε σχεδόν πλήρως κατεστραμμένο
από λαθρανασκαφείς, σε άγνωστο χρόνο, και είχε καταρρεύσει στο εσωτερικό του
τάφου.
Ο θόλος του τάφου έχει διάμετρο 4,60 μέτρα και ύψος 4,31
μέτρα. Είναι λαξευμένος στον μαλακό κουσκουρά και επενδυμένος με μεγάλες
πλακοειδείς πέτρες χτισμένες κατά τον εκφορικό τρόπο.
Με βάση την αρχιτεκτονική του τυπολογία ο τάφος των
Μαργαριτών εντάσσεται σε μια ομάδα υπόγειων θολωτών τάφων, μεγάλων διαστάσεων,
οι οποίοι χρονολογούνται στον 14ο και 13ο αιώνα π. Χ και
εντοπίζονται σε διάφορες θέσεις της Κρήτης.
Ο αριθμός των ατόμων που φέρεται να έχουν ταφεί εκεί, με
βάση τα ευρήματα, υπολογίζεται σε έξι εκ των οποίων το ένα παιδί.
Από την διαβρωμένη και κατεστραμμένη κεραμική του τάφου
αναγνωρίστηκαν τουλάχιστον δώδεκα τύποι αγγείων με κυρίαρχο σχήμα αυτό του
κύλικα (κύπελλο).
Η επίχωση του διαδρόμου που οδηγεί στον τάφο έφερε στο φως
θραύσματα από τουλάχιστον είκοσι μονόχρωμα ή άβαφα κύπελλα, τα οποία είναι
γνωστά από ταφικά και οικιστικά σύνολα της περιοχής της Κνωσού, του Χόνδρου
Βιάννου, του Κομού, των Χανίων, του Χαμαλευρίου και Παγκαλοχωρίου και
χρονολογούνται τουλάχιστον κατά την ΥΜΙΙΙΑ1 περίοδο.
Τα ίχνη από κάρβουνα, τα αγγεία πόσης και τα μαγειρικά σκεύη
που εντοπίζονται στους δρόμους που οδηγούν σε τάφους, όπως και στην περίπτωση
των Μαργαριτών, αποτελούν κατάλοιπα ταφικών τελετουργιών και νεκρόδειπνων που
έγιναν προς τιμήν των ενταφιασμένων.
Από τον τάφο των Μαργαριτών δεν λείπει η εισηγμένη κεραμική
καθώς αναγνωρίστηκαν τρεις ψευδόστομοι αμφορείς με τον χαρακτηριστικό υπόλευκο
πηλό του εργαστηριού της Κυδωνίας. Στον ένα μάλιστα σώζεται διακόσμηση
πλοκαμιών χταποδιού.
Σε ότι αφορά τα χάλκινα κτερίσματα διασώζονταν διάσπαρτα
ελάχιστα τεμάχια από λεπίδες εργαλείων ή όπλων.
Αρκετά φαίνεται να ήταν τα κοσμήματα που είχαν τοποθετηθεί
ως κτερίσματα στον τάφο καθώς ήλθαν στο φως χάντρες και ψήφοι από περιδέραια
διαφόρων σχημάτων, κατασκευασμένες από ημιπολύτιμους λίθους, όπως ορεία
κρύσταλλο, κορναλίνη, είτε από υαλόμαζα και από μαλακά πετρώματα όπως ο
στεατίτης.
Περισσότερες και πιο εντυπωσιακές είναι οι χάντρες από χρυσό
που βρέθηκαν εκεί καθώς και δυο σφραγιδόλιθοι με εντυπωσιακές παραστάσεις. Ο ένας
μάλιστα, φακόσχημος, απεικονίζει σκηνή επίθεσης γρύπα σε ελάφι.
Σημαντικό εύρημα επίσης είναι η σφενδόνη ενός σφραγιστικού
δακτυλιδιού από χρυσό έλασμα με παράσταση τελετουργίας στην επιφάνεια της.
Ο τάφος των Μαργαριτών φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για
περίπου εκατό χρόνια από τα μέλη μιας κοινωνικής και θρησκευτικής ιεραρχίας που
συνδέονταν μεταξύ τους με δεσμούς αίματος.
(Πηγή πληροφορίων Αρχαιολόγος Ελένη Παπαδοπούλου και συγκεκριμένα η εργασία της με τίτλο "Υστερομινωικός Θολωτός Τάφος στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου")