Μια ξεχωριστή ξενάγηση, στα όρια της ποίησης, στην έκθεση «Γραφή από Φως-Συλλογή Κρασάκη» - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μια ξεχωριστή ξενάγηση, στα όρια της ποίησης, στην έκθεση «Γραφή από Φως-Συλλογή Κρασάκη»

 


Μια ξενάγηση από εκείνες που δεν έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε τακτικά στο Ηράκλειο απόλαυσαν το απόγευμα της Τετάρτης 8 Ιουλίου όσοι φιλότεχνοι  βρέθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου.


Αφορμή στάθηκε η περιοδική έκθεση «Γραφή από Φως-Συλλογή Κρασάκη-Η Αρχαία Ελλάδα οκτώ πρωτοπόρων φωτογράφων» που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο Μουσείο.


Η εικαστικός και επιμελήτρια της έκθεσης, Στέλλα Κουκουλάκη, πήρε από το χέρι τους επισκέπτες και μαζί ιχνηλάτησαν την πορεία της φωτογραφίας αρχαιοτήτων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου ως τα μέσα του 20ου αιώνα, μέσα από τις εκατό αυθεντικές αργυροτυπίες οκτώ πρωτοπόρων δημιουργών.


Και δεν ήταν μια ξενάγηση συνηθισμένη αφού το περιεχόμενο των έργων της έκθεσης επέτρεψε στην κ. Κουκουλάκη να κινηθεί στα όρια της ποίησης και της θεατρικότητας, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Πρόεδρος του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωακείμ Γρυσπολάκης.


Φωτογραφίες από σπουδαίους αρχαιολογικούς χώρους της κεντρικής Ελλάδας αλλά και της Κρήτης που θα μπορούσαν να είναι έργα ζωγραφικής, μαγνήτισαν τα βλέμματα και ενεργοποίησαν τις αισθήσεις.


Μάλιστα μέρος της ξενάγησης παρακολούθησε και ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος, ο οποίος είχε παραστεί και στην τελετή των εγκαινίων και φάνηκε να χαίρεται ιδιαίτερα τα σπουδαία φωτογραφικά έργα που παρουσιάζονται.


Όπως είπε η κ. Κουκουλάκη, κατά την έναρξη της ξενάγησης, ποτέ άλλοτε δεν έχει πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα τέτοια έκθεση ενώ στο εξωτερικό είχε οργανωθεί πριν από 35 χρόνια στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κολωνίας.


Κι είναι πραγματικά ευτυχές γεγονός το ότι μπορούν οι λάτρεις της φωτογραφίας αλλά και των αρχαιολογικών μας θησαυρών να δουν από κοντά τη δουλειά πρωτοπόρων φωτογράφων όπως του  Δημητρίου Κωνσταντίνου, του Πέτρου Μωραΐτη, του Κωνσταντίνου Αθανασίου, του Frédéric Boissonnas, του Νικολάου Ζωγράφου, της Βούλας Παπαϊωάννου, της Nelly’s και του Σπύρου Μελετζή.


Οι οκτώ σπουδαίοι δημιουργοί παρά τις διαφορετικές επιρροές τους, εξήγησε η κ. Κουκουλάκη, είχαν ένα κοινό στόχο να διασώσουν και να τιμήσουν το ελληνικό παρελθόν.




Η ξενάγηση στην έκθεση, είπε η ίδια, δεν ήταν μια απλή περιήγηση σε φωτογραφικά έργα αλλά ένα ταξίδι στο χρόνο, στη μνήμη και στον τρόπο με τον οποίο οι φωτογράφοι επέλεξαν να δουν και να αναπαραστήσουν τις ελληνικές αρχαιότητες.


«Δεν θα κάνουμε απλώς μια ξενάγηση θα επιχειρήσουμε μια ερμηνευτική ανάγνωση της φωτογραφίας ως ιστορικού φαινομένου, ως ιδεολογικού εργαλείου και ως αισθητικού μηχανισμού» σημείωσε χαρακτηριστικά.


Η επιμελήτρια της έκθεσης αρχικά στάθηκε στην ιστορική διαδρομή της φωτογραφίας λέγοντας πως: «Η εφεύρεση της φωτογραφίας εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ιστορικής και αισθητικής συγκυρίας. Κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση η τεχνολογία και οι τέχνες μεταμορφώνονται ριζικά. Η γραφή με το φως, δηλώνεται από την ελληνική λέξη φωτογραφία στις αρχές του 20ου αιώνα και συμπορεύεται με τη ζωγραφική γνωρίζοντας ραγδαίες εξελίξεις, με διαδοχικά καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως ο φοβισμός, ο κυβισμός και ο φουτουρισμός, τα οποία αποτελούν συνέχεια των μετασχηματισμών του 19ου αιώνα.


Η φωτογραφία όμως δεν αντικατέστησε τη ζωγραφική, την ανάγκασε να γίνει στοχαστική, εσωτερική, υπαρξιακή, την άλλαξε και την εξέλιξε».


«Η φωτογραφία όπως κάθε μορφή τέχνης διαθέτει τη δική της γλώσσα με την οποία εκφράζεται ο καλλιτέχνης ή πληροφορεί το κοινό του. Είναι ταυτόχρονα τέχνη και επιστήμη βασισμένη στην καταγραφή του φωτός» περιέγραψε η κ. Κουκουλάκη και πρόσθεσε: «Η φωτογραφία ήδη από τη γέννηση της, το 1821, και τη θεσμοθέτηση της, το 1839, αποτέλεσε ρήξη στην ιστορία της εικόνας καθώς για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η αναπαράσταση έδειξε πως δεν εξαρτάται από το χέρι αλλά από το φως».


Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε στο πως περιγράφει, στον εκπληκτικό πολυσέλιδο οδηγό που εκδόθηκε και συνοδεύει την έκθεση, τη φωτογραφική αποτύπωση των μνημείων ο ίδιος ο συλλέκτης Μιχάλης Κρασάκης, που την Τετάρτη συμμετείχε στην ξενάγηση και φώτισε περαιτέρω σημεία της: «Μέσα από την καλλιτεχνική φωτογραφία των οκτώ σπουδαίων φωτογράφων των δυο περασμένων αιώνων, που καταθέτουν με το φακό τους προσωπικά οράματα, τα ελληνικά μνημεία μεταφέρονται ως νέα έργα τέχνης στο φωτογραφικό χαρτί, επιβραβεύοντας από μια άλλη οπτική γωνία την επιβλητικότητα που αποπνέουν. Δημιουργούν μια αρμονία, που κουβαλάει αιώνες σκέψης πάνω στη γεωμετρία, το φως, και την τέχνη της σύνθεσης».


Σε ότι αφορά τώρα τους οκτώ φωτογράφους οι  αργυροτυπίες των οποίων παρουσιάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου η κ. Κουκουλάκη έχει γράψει στον οδηγό της έκθεσης, μια και είναι δύσκολο να σας μεταφέρουμε γραπτώς όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της ξενάγησης της: «Κατά τον 19ο και 20 αιώνα η φωτογράφιση των ελληνικών αρχαιοτήτων μεταλλάχθηκε από τεχνική τεκμηρίωση σε καλλιτεχνική πράξη με εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά.


Ο Δημήτριος Κωνσταντίνου υπήρξε πρωτοστάτης στον τομέα αυτό καθώς αποτύπωσε με ακρίβεια και έναν ιδιαίτερο τρόπο τα μνημεία της Ακρόπολης, προσδίδοντας τους τη σημασία εθνικής κληρονομιάς.


Ο Πέτρος Μωραΐτης διεύρυνε τη γεωγραφική έκταση της φωτογραφικής καταγραφής, συμπεριλαμβάνοντας περιοχές, όπως οι Δελφοί και η Ολυμπία, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός επιπλέον πολύτιμου αρχείου για την αρχαιολογική επιστήμη.


Ο Κωνσταντίνος Αθανασίου επικεντρώθηκε στην αποτύπωση λεπτομερειών της Ακρόπολης και του Ερεχθείου.


Οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μωραίτη και Αθανασίου είναι κυρίως μακρινές λήψεις. Ήταν όμως και οι τρείς εγκλωβισμένοι στο ρομαντικό κλίμα της εποχής που υπαγόρευε την απεικόνιση του ελληνικού κλασικού ιδεώδους.


Ο Ελβετός Frederic Boissonnas εισήγαγε μια άλλη μορφή ρομαντικής θεώρησης, ενσωματώνοντας το φυσικό περιβάλλον των μνημείων και προβάλλοντας τη διαχρονικότητα του ελληνικού τοπίου.


Σε αντίθεση με αυτούς, ο Νικόλαος Ζωγράφος απέδωσε με ατμοσφαιρική ευαισθησία αλλά και πιστότητα τη γνήσια δομή των μνημείων.


Η Βούλα Παπαϊωάννου προσέγγισε τις αρχαιότητες μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό πρίσμα, συνδέοντας τες με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.


Η Nellys ανανέωσε την προσέγγιση αυτή εντάσσοντας την ανθρώπινη κίνηση στα αρχαία σκηνικά.


Τέλος ο Σπύρος Μελετζής ανέδειξε την πολιτισμική συνέχεια μέσα από έντεχνα ισορροπημένες λήψεις των αρχαιολογικών χώρων και ιδιαίτερα της Κνωσού.


Ολοκληρώνοντας την ξενάγηση η κ. Κουκουλάκη τόνισε πως στα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση εντοπίζουμε τρεις μεγάλες φάσεις:


Αυτή όπου η φωτογραφία λειτουργεί ως τεκμήριο, πράγμα που βλέπουμε να περνά μέσα από το έργο των Κωνσταντίνου και Αθανασίου.


Η φωτογραφία ως αισθητική γλώσσα στα έργα των Μωραϊτη και Ζωγράφου


Η φωτογραφία ως ιδεολογία και ταυτότητα στα έργα των Boissonnas, Παπαϊωάννου, Nelly’s και Μελετζή.


Μάλιστα η επιμελήτρια της έκθεσης πρότεινε και διαφορετικούς τρόπους θέασης των φωτογραφιών παροτρύνοντας να μην αναζητούμε μόνο το αντικείμενο της εικόνας αλλά να δούμε πως έχει σκεφτεί ο φωτογράφος, όχι μονάχα που στάθηκε αλλά και γιατί στάθηκε εκεί, γιατί άφησε αέρα, γιατί μετακίνησε τον ορίζοντα. Όλοι οι σπουδαίοι φωτογράφοι, διευκρίνισε, δεν λειτουργούν μηχανικά αλλά οικοδομούν οπτικά μια αρμονία πάνω στη γεωμετρία, στο φως, στην τέχνη της σύνθεσης. Γι αυτό όταν βλέπουμε τα έργα τους δεν βλέπουμε μόνο μνημεία, βλέπουμε πολιτισμό, βλέπουμε Ελλάδα, βλέπουμε μια Ελλάδα που θέλει να θυμάται τον πολιτισμό της.


Ο κ. Γρυσπολάκης τέλος, από την πλευρά του, υπενθύμισε την τεράστια προσφορά των συγκεκριμένων φωτογράφων γιατί διέσωσαν τις ελληνικές αρχαιότητες αλλά και το τοπίο γύρω τους όπως ήταν πριν από 100-150 χρόνια.


Το Ηρώδειο 1870, Πέτρος Μωραϊτης




Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος με το Μιχάλη Κρασάκη και τη σύζυγο του Τίνα



Ο Παρθενώνας μετά από βροχή, Σπύρος Μελετζής


Η Ρωσίδα χορεύτρια Elisaveta Nikolska στην Ακρόπολη, 1929-1930, Nelly's


 

Σελίδες