Τη μνήμη των κτητόρων της Οσίων Παρθενίου και Ευμενίου τιμά η Μονή Κουδουμά - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Τη μνήμη των κτητόρων της Οσίων Παρθενίου και Ευμενίου τιμά η Μονή Κουδουμά

 




Τη μνήμη των νεώτερων κτητόρων της, των Οσίων Παρθενίου και Ευμενίου, τιμά σήμερα, 10 Ιουλίου, η Ιερά Μονή Κουδουμά στα Αστερούσια. (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ).


Τα δυο αδέλφια με καταγωγή από τα  Πιτσίδια, ο Νικόλαος που γεννήθηκε το 1829 και ο Εμμανουήλ που γεννήθηκε το 1846, έμελλε να ανανεώσουν την μοναστική πολιτεία της Νότιας Κεντρικής Κρήτης, να καταξιώσουν με τον βίο τους τα ασκητικά κέντρα της περιοχής και να αναδείξουν τη μονή Κουδουμά αφού έγιναν οι νέοι κτήτορες της.


Το ιστορικό μοναστήρι της Οδηγήτριας υπήρξε το πρώτο πνευματικό καταφύγιο των Οσίων, έμειναν εκεί επτά χρόνια, μέχρι το 1865, ως δόκιμοι. Το 1862 ο Νικόλαος πήρε ρασοευχή με το όνομα Νέστωρ ενώ το 1865 τον ακολούθησε ο αδελφός του Εμμανουήλ, που πήρε το όνομα Μεθόδιος.


Τα δυο αδέλφια επιλέγησαν να εγκατασταθούν στο Μάρτσαλο και να έχουν την φροντίδα του σπηλαιώδους ναού του. Σ’ ένα κελλί πάνω στο βράχο οι δύο αδελφοί εκτελούσαν μέρα–νύχτα τα μοναστικά τους καθήκοντα και εξυπηρετούσαν τους προσκυνητές.


Όταν κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δύο αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς.

 

Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος.  Όμως ο πολύς κόσμος, που επισκεπτόταν το προσκύνημα δεν άφηνε περιθώρια στους αδελφούς να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο για την δική τους πνευματική πορεία. Γι αυτό αναζητώντας την περισυλλογή της ερήμου έφυγαν από το Μάρτσαλο.


Τέσσερα χρόνια περιπλανήθηκαν σε χαράδρες, παραλίες και βουνοπλαγιές, προσευχόμενοι και νηστεύοντας. Κατοίκησαν σε παλαιά ασκητήρια, από τα οποία είναι διάσπαρτα τα Αστερούσια Όρη.


Ύστερα από την σκληρή  δοκιμασία των τεσσάρων ετών (1874-1878) κατέληξαν στο παραθαλάσσιο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με τον σπηλαιώδη ναό. Οι δυο αδελφοί δεν ησύχασαν ούτε εκεί, γι αυτό κατευθύνθηκαν ανατολικότερα και εγκαταβίωσαν για λίγο στο σπήλαιο του αγίου Αντωνίου, με τις τοιχογραφίες του 14ου αιώνα και τις επτά χτιστές δεξαμενές νερού (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ).


Λόγω όμως της συχνής επίσκεψης των βοσκών με τα κοπάδια τους για να τα ποτίσουν οι Όσιοι ησυχαστές αναγκάστηκαν να συνεχίσουν την αναζητητική πορεία τους ανατολικά.Έτσι, κατέληξαν στο Αββακόσπηλιο κοντά στον Κουδουμά (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ).


Δίπλα τους, πολύ κοντά ήταν η αρχαία Μονή του Κουδουμά. Εκεί υπήρχε σπήλαιο-ναός καθώς και δεκάδες σπήλαια-κελλιά πάνω από τον ποταμό ήδη από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια.Το 1878 οι δύο όσιοι Πατέρες πάτησαν τα αγιασμένα χώματα του αρχαίου μοναστηριού.


Μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε τρεις φορές με την Παναγία η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «.. μείνε εδώ να ιδρύσεις Μονύδριον να εκτελείτε τα της μοναδικής πολιτείας καθήκοντα και την τάξιν της ακολουθίας σώαν και μη φοβού διότι Εγώ θα είμαι οικονόμος».Έτσι με την προτροπή της Παναγίας ξεκίνησαν μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.




Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία .Έτσι αρχικά έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας .Τα δύο αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά οι άνθρωποι στην περιοχή υποστήριξαν με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. 


Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται τόσο οι ίδιοι όσο και οι εργάτες της Μονής. Σώζεται ως τις μέρες μας και μια ωραία παράδοση ειδικά για την ανέγερση του ναού του Μοναστηριού. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο γιατί η περιοχή ήταν άγρια και τα πετρώματα ακατάλληλα ενώ το πελέκημα τους, με τα εργαλεία της εποχής, άκρως απαιτητικό.

 

Οι κτίστες λοιπόν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το έργο και να μην ολοκληρώσουν το κτίσιμο του ναού. Οι Όσιοι πατέρες τους παρακάλεσαν να μείνουν μια νύχτα ακόμα και προσευχηθήκαν θερμά να γίνει ένα θαύμα. Το πρωί, πράγματι, είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες έτοιμες πέτρες για να συνεχιστεί ο ναός, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 και γι' αυτό το λόγο λέγεται θεόκτιστος.


Με την συμβολή τους το μοναστήρι εξελίχτηκε σε λειτουργικό, πνευματικό και προσκυνηματικό κέντρο για το λαό, κυρίως της Κεντρικής Κρήτης.Ο σεβάσμιος όσιος Παρθένιος γρήγορα προσέλκυσε πολύ κόσμο, που κατέβαιναν ως προσκυνητές για να τον γνωρίσουν από κοντά, να ακούσουν τις διδαχές του και να διαπιστώσουν το διορατικό και προορατικό χάρισμά του.


Παράλληλα, ο όσιος Ευμένιος ως λειτουργός και εξομολόγος δημιουργούσε κατανυχτική ατμόσφαιρα ώστε το μοναστήρι μετατράπηκε "σε κέντρο μετανοίας και πίστεως, από το οποίο ωφελήθηκαν αμέτρητες ψυχές".


Το 1905, σε ηλικία εβδομήντα έξι ετών, ο όσιος Παρθένιος κοιμήθηκε. Έτσι όλη την ευθύνη του κοινοβίου ανέλαβε ο όσιος Ευμένιος μέχρι το 1920, που κοιμήθηκε σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών.


(Αντλήθηκαν πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής Κουδουμά)

Σελίδες