Αρχαία Ριζηνία : Η Κρητική πόλη με τους ναούς που έδειξαν το δρόμο για μεταγενέστερα θαύματα όπως ο Παρθενώνας - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός Κρήτης Blog | e-storieskritis.gr
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Αρχαία Ριζηνία : Η Κρητική πόλη με τους ναούς που έδειξαν το δρόμο για μεταγενέστερα θαύματα όπως ο Παρθενώνας



Κοιτάζοντας από μακριά την περίφημη Πατέλλα του Πρινιά κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως πάνω σε αυτό το απόκρημνο και δύσκολα προσεγγίσιμο ύψωμα αναπτύχθηκε μια ολάκερη πολιτεία και μάλιστα με ναούς-προγόνους, ως προς τη ναοδομία τους, της μοναδικής Ακρόπολης των Αθηνών.

Από μακριά η Πατέλλα του Πρινιά
Η Πατέλλα (πατέλλα ήταν το κύπελλο προσφορών, με το σχήμα της πράγματι να παραπέμπει σε κάτι τέτοιο) βρίσκεται 2 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Πρινιά , στις ανατολικές υπώρειες του Ψηλορείτη. 


Δεσπόζει επιβλητικά σε όλη την κοιλάδα και αποτελεί φυσικό οχυρό στο κέντρο της Κρήτης, στο δρόμο που συνδέει τη βόρεια ακτή και την Κνωσό με τη νότια και την περιοχή της Γόρτυνας. Η έκταση της δεν είναι μεγάλη, περίπου 560 x 235 μέτρα, όμως αυτό δε στάθηκε εμπόδιο για τους ανθρώπους που έζησαν εκεί και δημιούργησαν την πόλη που σήμερα ταυτίζεται με τη Ριζηνία ή Ριττηνία.


Ήταν το 1894 όταν ο Ιταλός αρχαιολόγος Federico Halbherr, στη διάρκεια περιήγησης, εντόπισε πρώτος τη θέση της πόλης, στην οποία ο συμπατριώτης του  Luigi Pernier διενήργησε εκτεταμένες ανασκαφές από το 1906-1908.

Ναός Α . Διακρίνεται η εστία για τις θυσίες
Η ταύτιση της αρχαίας πόλης που ήλθε στο φώς με τη Ριζηνία, δεν ήταν εύκολη υπόθεση κι ακόμα υπάρχουν κάποιοι που αμφισβητούν αυτή την ταύτιση. 

Ωστόσο εμείς μένουμε στο ότι βρέθηκε στο χώρο της τμήμα επιγραφής στην οποία αναφέρονται τα γράμματα «ιζενια» που συμπληρώνονται  ως [Ρ]ιζενία ενώ την ίδια ονομασία συναντάμε και σε επιγραφή της Γόρτυνας, του πρώτου μισού του 5ου αι. π.Χ. Εκεί φαίνεται η υποχρέωση των κατοίκων της Ριζηνίας να στέλνουν κάθε δύο χρόνια 350 στατήρες για την αγορά ζώων που γίνονταν θυσίες στο Ιδαίο Άντρο.


Αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός πως η πόλη βρίσκεται κοντά, στη Γόρτυνα αλλά και στο Ιδαίο Άντρο, ενίσχυσαν την άποψη ότι πράγματι η αρχαία αυτή πόλη είναι η Ριζηνία. 

Ναός Β. Στο κέντρο κι εδώ η εστία θυσιών 
Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Πεζοπορικού Συλλόγου Ηρακλείου στη Ριζηνία ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Πρατικάκης περιέγραψε τα όσα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή δίνοντας έμφαση τους ναούς  Α και Β (έτσι ονομάστηκαν μια και σαφείς ενδείξεις για το ποιος λατρεύονταν σε αυτούς δεν έχουμε αν και λέγεται πως ο πρώτος μάλλον ήταν αφιερωμένος στη Ρέα). 

Πρόκειται, όπως είπε, για δύο ναούς των αρχαϊκών χρόνων με  εντυπωσιακό διάκοσμο των οποίων η ανεύρεση ήταν μια κορυφαία στιγμή. Κι αυτό γιατί ο γλυπτός τους διάκοσμος, με ζωφόρο και άλλα στοιχεία, παραπέμπει στην πρώιμη μορφή ναοδομίας που στη συνέχεια έδωσε έργα όπως ο Παρθενώνας των Αθηνών.

Άποψη του ναού Β
Στο Ναό Α βρέθηκαν  ανάγλυφες πλάκες ζωφόρου με ιππείς, γυναικείες μορφές και άλλα ζώα, οι οποίες σήμερα φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. 

Τμήμα της ζωφόρου με τους ιππείς
Η ζωφόρος των ιππέων πιθανότατα κοσμούσε την βάση της βόρειας πλευράς του ναού, ενώ οι δύο ολόγλυφες καθιστές γυναικείες μορφές ήταν τοποθετημένες πάνω στο επιστύλιο της θύρας, δεξιά και αριστερά και αντιμέτωπες. 


Χαμηλά και κατά μήκος της πρόσοψης φαίνεται να ήταν τοποθετημένες, πλάκες ζωφόρου με ανάγλυφα ζώα, πραγματικά και φανταστικά, ελάφια, σφίγγες και πάνθηρες, που λειτουργούσαν ως φρουροί του ναού. 


Και οι δύο  ναοί χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. ενώ τα γλυπτά τους ανήκουν στην ύστερη δαιδαλική τεχνοτροπία. Ουσιαστικά είναι τα πρώτα μνημειακά έργα τόσο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη χώρα προάγγελοι των ελληνικών αρχιτεκτονικών ρυθμών.

 Στο κέντρο του Ναού Α ξεχωρίζει ορθογώνια εστία, η οποία κατά την ανασκαφή βρέθηκε γεμάτη με στάχτη και καμένα οστά ζώων. Δύο λίθινες βάσεις κιόνων βρέθηκαν εκατέρωθεν της εστίας.

 Οι τοίχοι του ναού είναι κατασκευασμένοι από μεσαίου μεγέθους ημικατεργασμένες πέτρες,με απλή λάσπη για συνδετικό κονίαμα. 


Ανάλογης κατασκευής είναι και ο Ναός Β, ο οποίος κτίστηκε νότια του Ναού Α. Ο προσανατολισμός όμως του δεύτερου ναού αποκλίνει ελαφρά από τον άξονα με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές των ναών να συγκλίνουν. Κι εδώ υπάρχει εστία στο κέντρο.

Θεωρείται πως η λατρεία στην Πατέλλα του Πρινιά είχε αρχίσει πολύ πριν χτιστούν οι αρχαϊκοί ναοί, από τα υπομινωικά χρόνια, όπως αποδεικνύει η ανεύρεση πήλινων ειδώλων της θεάς με υψωμένα χέρια.


Επίσης η ανασκαφική έρευνα στο σημείο έφερε στο φώς ορθογώνια δωμάτια, τα οποία πιθανότατα ανήκουν σε ιερό.      
                              

Οι νεώτερες ανασκαφές της ιταλικής αρχαιολογικής σχολής, από το 1968 κι έπειτα, αποκάλυψαν κατάλοιπα ανθρώπινης παρουσίας, τόσο πάνω στην Πατέλλα όσο και στην ευρύτερη περιοχή του Πρινιά, που χρονολογούνται από την ΠΜ ΙΙ περίοδο έως και την ρωμαϊκή.


Οι σημαντικότερες από τις νεώτερες αποκαλύψεις είναι οι οικισμοί πάνω στο λόφο και στη θέση Φλέγα της νεοανακτορικής εποχής, το νεκροταφείο και η οικιστική εγκατάσταση στα Σιντερόσπηλια, το κεραμικό εργαστήριο στη θέση Μάντρα του Γύπαρη και οι οχυρώσεις πάνω στην Πατέλλα και στην κοιλάδα ΝΔ του λόφου. 


Οικίες που χρονολογούνται στα γεωμετρικά χρόνια αποκαλύφθηκαν στο βόρειο άκρο της Πατέλας χτισμένες πάνω σε τρία διαμορφωμένα άνδηρα.

 Η θέση προσφέρει καταπληκτική θέα προς το Ιδαίο Άντρο, το λόφο του Αγίου Μύρωνα και μέχρι τις βόρειες ακτές του νησιού. Το μέγεθος των δωματίων προκαλεί εντύπωση. Είναι επιμελώς χτισμένα με λαξευμένες πέτρες, ενώ σε αρκετά σημεία και ιδιαίτερα στους τοίχους που είναι χτισμένοι στην άκρη του υψώματος συναντούμε μεγάλους κυβόλιθους, προφανώς για να παρέχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στα κτίσματα. 

Βρέθηκαν εκεί αρκετοί πίθοι, λίθινα αγγεία και άφθονα πήλινα σκεύη οικιακής χρήσης που υποδηλώνουν την οικιστική χρήση των δωματίων αυτών.


Ανατολικά των αρχαϊκών ναών βρέθηκε  σύνολο δωματίων. Στα δάπεδα τους εντοπίστηκαν αντικείμενα και σκεύη που οδήγησαν στην ασφαλή χρονολόγηση των κτιρίων στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ.


Ο συγκεκριμένος χώρος, ο οποίος σύμφωνα με την έρευνα, είχε κατοικηθεί από την Υπομινωική έως και την ΠΓ εποχή, κατοικήθηκε ξανά στην ύστερη κλασική-ελληνιστική περίοδο και προφανώς η νεώτερη αυτή κατοίκηση σχετίζεται με το ελληνιστικό οχυρό που αποκαλύφθηκε στο νότιο τμήμα της Πατέλλας. 

Τάφοι στη θέση Σιντερόσπηλια
Αν και η Πατέλλα αποτελεί ένα φυσικό οχυρό, οι κάτοικοί της, των ιστορικών τουλάχιστον χρόνων, είχαν φροντίσει για την ασφάλειά τους και τον έλεγχο του δρόμου προς τη Μεσαρά, το Λιβυκό πέλαγος και την Ίδη. 

Η οργάνωση της οχύρωσης βασιζόταν στην εκμετάλλευση των καταλληλότερων σημείων ελέγχου και αναγνώρισης πάνω στην Πατέλλα, την οικοδόμηση παρατηρητηρίων στη γεωμετρική περίοδο, τη συμπλήρωση του συστήματος άμυνας την αρχαϊκή με την ανέγερση του τείχους δυτικά του λόφου και το χτίσιμο τετράγωνου πύργου, την ελληνιστική περίοδο. 

Εσωτερικό τάφου
Το εκτεταμένο νεκροταφείο της πόλης αποκαλύφθηκε το 1969 στην πλαγιά χαμηλού λόφου, στη θέση Σιντερόσπηλια. Ο σημερινός δρόμος που οδηγεί από τον Πρινιά στις Ασίτες χωρίζει το νεκροταφείο στη μέση.

Από τις μέχρι τώρα ανασκαφές έχουν αποκαλυφθεί 680 τάφοι, τριών συνεχόμενων χρονικών φάσεων, από το τέλος της μινωικής εποχής έως και τα μέσα του έκτου αιώνα καθώς και μία τέταρτη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. 

Η κάθε χρονική φάση χαρακτηρίζεται από τα διαφορετικά έθιμα ταφής. Έτσι στην πρώτη φάση (τέλος 13ου αι. π.Χ.), οι κάτοικοι του οικισμού έκαιγαν σε πυρές τους νεκρούς τους και κατόπιν τοποθετούσαν τα οστά και τις στάχτες σε μικρά λαξευμένα  στο βράχο ορύγματα, τα οποία σφράγιζαν συνήθως με μία πλάκα από ασβεστόλιθο. 

Η επόμενη, δεύτερη φάση, χαρακτηρίζεται από την κατασκευή θαλαμοειδών τάφων, λαξευμένων στο μαλακό βράχο της περιοχής και των υπόγειων θολωτών ή κτιστών θαλαμοειδών, οι οποίοι συνεχίζονται να κατασκευάζονται μέχρι τον όγδοο αιώνα. Διαφέρουν από τους μινωικούς μόνο όσον αφορά την πρόχειρη κατασκευή και το μικρότερο μέγεθος. 

Η είσοδος αυτών των τάφων είναι πολύ μικρή, ώστε είναι πιθανότερο ο νεκρός να ενταφιαζόταν από την οροφή πριν ολοκληρωθεί  το χτίσιμο του τάφου. Ύστερα από κάθε ταφή η είσοδος του τάφου έκλεινε με ξερολιθιά ή πλάκες και ο δρόμος χωματιζόταν. 

Σε αυτή τη φάση εντάσσονται χρονολογικά και οι δεκαοκτώ ταφές ζώων, που αποκαλύφθηκαν στο νεκροταφείο. Δώδεκα από αυτές ανήκουν σε άλογα, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε λαξευτά ορύγματα και πιθανόν έχουν σχέση με τις θυσίες ζώων που συχνά αναφέρονται στην αρχαία λογοτεχνία.

 Η τρίτη φάση, η γεωμετρική χαρακτηρίζεται από την καύση των νεκρών και την τοποθέτηση των οστών σε συγκεκριμένα τεφροδόχα αγγεία ή πίθους.


Υπάρχουν, επίσης, μερικά παραδείγματα ενταφιασμών νεαρών ατόμων σε πίθους, των οποίων το κεφάλι είχε απομακρυνθεί και ταφεί, ενώ το υπόλοιπο σώμα είχε αποτεφρωθεί. 

Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί  ομάδα τάφων, διασκορπισμένη σ’ όλη την έκταση του νεκροταφείου ,που χαρακτηρίζεται από τις ακτέριστες ταφές σε συνεσταλμένη στάση. Πιθανότατα χρονολογείται στα προανακτορικά χρόνια, ενώ παράλληλα ίχνη οικιστικής εγκατάστασης της ίδιας εποχής έχουν αποκαλυφθεί κοντά στο νεκροταφείο.


Από τα πιο σημαντικά ευρήματα στην περιοχή είναι οι περίφημες επιτύμβιες στήλες του Πρινιά που δυστυχώς δε βρέθηκαν στην αρχική τους θέση. 

Μερικές ήταν ενσωματωμένες στο ελληνιστικό φρούριο, πάνω στο λόφο, άλλες ξαναχρησιμοποιημένες ως οικοδομικό υλικό σε ταφική κατασκευή, μερικές αποτελούν τυχαία ευρήματα ή παραδόσεις, ενώ μια αποτελεί προϊόν αρχαιοκαπηλίας. 


Η αρχιτεκτονική μορφή των στηλών είναι απλή. Το ύψος της μεγαλύτερης είναι 1,06 μ., ενώ της μικρότερης  0,48 μ. Η όψη τους διακοσμείται με εγχάρακτες παραστάσεις ανδρικών και γυναικείων μορφών. Σε ορισμένες από τις στήλες σώζονται και ίχνη χρώματος. 

Τα θέματα των παραστάσεων διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι στήλες που θέμα τους έχουν τη μορφή ενός πάνοπλου πολεμιστή, που στέκει ή βαδίζει προς τα αριστερα. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει μία και μοναδική στήλη, το θέμα της οποίας είναι μία καθιστή σε θρόνο μορφή που κρατά σκήπτρο και πιθανότατα ανήκει σε σεβάσμια ανδρική μορφή. Ο τύπος της κλώθουσας, ο οποίος αποδίδεται σε διάφορες παραλλαγές, ανήκει στην τρίτη κατηγορία, ενώ τέλος στην τέταρτη  ανήκει ο τύπος της όρθιας γυναικείας μορφής με πουλί και στεφάνη. 

Η Αγγελική Λεμπέση, η οποία μελέτησε εκτεταμένα τις εν λόγω στήλες, υποστήριξε ότι απεικονίζουν τις τέσσερις βασικές ομάδες ανθρώπων που συνθέτουν την κοινωνία της κρητικής πόλης, τους γέροντες, που ασκούν τη διοίκηση, τους νέους και ώριμους άνδρες, που υπερασπίζονται την πόλη, τις γυναίκες που έχουν δημιουργήσει οικογένεια και τις νέες, που συμμετέχουν ανεύθυνα ακόμη στην κοινή ζωή.  
                                                      
Κοντά στο νεκροταφείο και σε ύψωμα δυτικά της Πατέλλας (στη θέση Μάντρα του Γύπαρη) αποκαλύφθηκε μικρή βιοτεχνική εγκατάσταση κατασκευής πήλινων αγγείων του 8ου - 6ου αι. π.Χ.

(Πηγή πληροφοριών: Το Μαλεβίζι στην αρχαιότητα: Αρχαιολογικοί χώροι και θέσεις της επαρχίας Μαλεβιζίου)  



Post Bottom Ad

Η διαφημιση σας εδω

Σελίδες