Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Η γλαφυρή περιγραφή του Γ. Ψυχουντάκη για τις κηδείες και το πένθος στην παλιά Κρήτη




Παλιές και ξεχασμένες παραδόσεις και συνήθειες, που συνδέονται με την πιο δύσκολη στιγμή που μπορεί να ζήσει μια οικογένεια, την απώλεια δηλαδή αγαπημένου της προσώπου, περιγράφει με τρόπο γλαφυρό ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας και αγωνιστής Γεώργιος Ψυχουντάκης στο βιβλίο του «Αητοφωληές στην Κρήτη».

Γραμμένο το 1962, στο βιβλίο αυτό ο Ψυχουντάκης καταγράφει ότι θυμάται από το χωριό του, την Ασή Γωνιά Χανίων,  τα έθιμα του αλλά και τις δουλειές που έκανε ο κόσμος εκείνη την εποχή.

 Παρότι ο ίδιος ξεκίνησε τη ζωή του ως σχεδόν αγράμματος βοσκός, με γενναιότητα, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, λειτούργησε ως  μαντατοφόρος του Λη Φέρμορ, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ των ομάδων αντίστασης και ως οδηγός για τις ομάδες των στρατιωτικών που δεν γνώριζαν την περιοχή. 

Το ότι είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό δεν τον εμπόδισε από το να γράψει τα απομνημονεύματά του, τα οποία γνώρισαν τεράστια επιτυχία, ενώ μετέφρασε κείμενα των αρχαίων συγγραφέων στην κρητική διάλεκτο, ανάμεσα τους η Οδύσσεια και η Ηλιάδα, για τα οποία τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Στο κεφάλαιο του βιβλίου του, που αφορά στα έθιμα του χωριού του, βλέπουμε ξεχωριστή αναφορά στο θάνατο και την κηδεία και πως την βίωναν οι συγγενείς του αποθανόντα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι στην Ασή Γωνιά. Οι ομοιότητες όμως με ότι ίσχυε στην υπόλοιπη Κρήτη, την ίδια εποχή, είναι μεγάλες και ως εκ τούτου το κείμενο του απηχεί γενικότερα το πως αντιμετώπιζαν οι Κρητικοί το θάνατο δικών τους ανθρώπων και πως τιμούσαν τους νεκρούς τους.

Οι περιγραφές του, παρότι αφορούν σε ένα τόσο «δύσκολο» ζήτημα είναι απολαυστικές. Κυρίως όμως θυμίζουν στους παλαιότερους και μαθαίνουν στους νεώτερους συνήθειες που συνδέονται με αυτό το θλιβερό γεγονός οι οποίες σήμερα έχουν ξεχαστεί. 

Πολλά από όσα μας λέει ο Ψυχουντάκης και συνδέονται με τον τρόπο που θρηνούσαν οι άνθρωποι τότε, τι έκαναν πριν και μετά την κηδεία, έχουν αλλάξει στις μέρες μας.Το κείμενο του για την ευκολότερη κατανόηση από τον αναγνώστη έχει υποστεί μικρή επεξεργασία.

Γράφει λοιπόν ο Ψυχουντάκης: Όταν ένας άνθρωπος ποθάνει στο χωριό μας η πρώτη γυναίκα συγγενής του που θα είναι εκεί την ώρα του θανάτου σέρνει τη φωνή,  όπως λένε. Φωνάζει δυνατά και κλαψιάρικα. «Παναγία μου μπρόφταξε, Παναγία μου στο παιδί μου» ανάλογα με το τι της είναι ο νεκρός. Αφού φωνάξει να ακουστεί παντού επιστρέφει δίπλα στο νεκρό και συνεχίζει και κλαίει και να φωνάζει.

 Όλες οι γυναίκες του χωριού συγγενείς και ξένες τρέχουνε εκεί. Οι συγγενείς της γυναίκας του πεθαμένου σέρνουν τα μαλλιά τους, τσαφουνάνε τα μάγουλα τους και χτυπιούνται με τα χέρια τους στο μπέτη και τσι μερούς. Οι πληγές που ανοίγουνε στα μάγουλα με τα νύχια τους για πολλές μέρες δε σβήνουν.

 Τα μαλλιά τους οι γυναίκες του χωριού δεν τα κόβουν ποτέ. Ετούτα τα ωραία μαλλιά και τα χιλιοτραγουδισμένα όταν πεθάνει κανείς που δεν τον έχουν πάρει τα γεράματα και δεν ήταν καιρός του, οι γυναίκες, παραλοϊζονται από το κακό τους, και τις όμορφες πλεξούδες τους με το ψαλίδι τις κόβουν από τον πάτο και τις βάζουν πάνω στα δεμένα χέρια του πεθαμένου.

Αφού περάσει η πρώτη φούρια των δερνοκοπανισμάτων και των τζαγκουρνομαδιμάτων, των βογγητών και των ξεφωνητών και μαζευτούν οι γυναίκες και φέρουν και το καθελέτο (φέρετρο) από την εκκλησία και βάλουν μέσα τον πεθαμένο, τότε στρώνει η δουλειά.

Παίζουν και μερικές σειστρές της καμπάνας, νεκρικά, όταν περνούν το καθελέτο για να μάθουν όλοι πως κάποιος πέθανε στο χωριό. Κάθονται μετά ή στέκονται γύρω από το καθελέτο οι γυναίκες και αρχίζουν το μοιρολόι.

Πρέπει να περάσει ένα εικοσιτετράωρο για να γίνει η ταφή και ωστόσο κλαίνε και μοιρολογούνε νύχτα και μέρα. Και λένε λόγια ταιριαστά σαν τα τραγουδάκια που τα ταιριάζουνε την ίδια εκείνη στιγμή και τα τραγουδούν με κλάματα. Αρχίζουν και λένε στο νεκρό: «Πάλι συννέφιασε ο ουρανός καλέ μου, πάλι να βρέξει θέλει αργυρέ μου, πάλι για το χατίρι σου κλωνάρι μου, πάλι να κλάψω θέλω παλληκάρι μου».

Και συνεχίζουν τα μοιρολόγια τους το ίδιο ταιριασμένα και του λένε για όλη τη ζωή του. Τις καλές μέρες του και τις κακές, τις παλληκαριές του στον πόλεμο, για τις δουλειές του, τους κόπους του, τους κινδύνους του, για τα νοικοκυριά του.

Μια μάνα μοιρολογούσε για το θάνατο του γιού της κι έλεγε πως ήταν άτυχος και κακορίζικος γιατί τον είχε γεννημένο ημέρα Πέμπτη κι όποια παιδιά λέει, γεννηθούνε αυτή τη μέρα είναι άτυχα και κακορίζικα και δεν ξετελεύουν , γιατί έτσι το λέει το τραγουδάκι….Τρίτη γεννάται ο φρόνιμος, Τετάρτη ο αντρειωμένος. Πέμπτη το κακορίζικο και Παρασκή το ξένο, Σαββάτο το πολύξερο και Κυριακή το πλούσιο.

Του λένε ακόμα μοιρολόγια και του παραγγέλνουν για τους άλλους πεθαμένους συγγενείς και χωριανούς, που θα πάει να τους συναντήσει και τι θα τους πει, και κάθε γυναίκα για τον δικό της του παραγγέλνει χίλια δύο πράγματα.

Και ξεσυνερίζονται οι γυναίκες ποια θα τον κλάψει περισσότερο και ποιος θα του πει τα καλύτερα και λιγομαριάζονται (λιποθυμούν) και βραχνιάζουν με το κλάμα και θαρρείς πως, έτσι όπως πιάνεται η φωνή τους, χάνεται εντελώς.

Κατά τις τελευταίες ώρες ετοιμάζουν τα ζεστά του. Βράζουνε στάρι του βάζουν ζάχαρη και διάφορα άλλα μπαχαρικά και τα πηγαίνουν μαζί του στην εκκλησία. Παίρνουν ακόμα παξιμάδια από το μαγαζί, γεμίζουν ένα δίσκο και γεμίζουν ακόμα ένα δίσκο κομμάτια τυρί ή αθότυρο και μια μπουκάλα κρασί. Αν ο πεθαμένος ήταν ανύπαντρος γεμίζουν κι ένα δίσκο κουφέτα, από εκείνα του γάμου.
Τα κοπέλια του χωριού είναι μαζεμένα στην εκκλησία και παίζουν την καμπάνα νεκρικά όλη τη μέρα.

Οι άντρες δεν πολυπηγαίνουν στο σπίτι παρά την τελευταία ώρα και όλοι, νέοι και γέροι, πηγαίνουν στην εκκλησία. Από τα σπίτια και τα μαγαζιά, όπου περνά η νεκρική πομπή, σφαλίζουν τις πόρτες γιατί δεν κάνει να είναι ανοικτές όταν περνά ο πεθαμένος. Οι γυναίκες και σε όλη τη διαδρομή κλαίνε και μοιρολογούν και όποιων των μαλλιά δεν τα έχουν κόψει με το ψαλίδι τα έχουν κοντοξεπατωμένα και τα τανίζουνε (σέρνουν)  και τα μαδάνε γιατί τα χέρια τους δεν τα βγάζουν καθόλου από αυτά λες και τα έχουν για να βαστούνε τον ήχο με τις τανές.

Σαν τελειώσει η νεκρώσιμος ακολουθία και τα τέσσερα παλικάρια πάρουν πάλι στα χέρια τους το καθελέτο, ύστερα από τον τελευταίο ασπασμό, ξεφωνίζουν και πάλι οι γυναίκες και μέσα στην εκκλησία.

Στο νεκροταφείο δύο άντρες βγάζουν τον πεθαμένο από το καθελέτο και τον κατεβάζουν στο μνήμα, που είναι τυλιγμένος με ένα άσπρο σεντόνι και τον θάβουν μαζί με αυτό, γιατί κάσες στο χωριό μας δεν συνηθίζουν, μόνο τελευταία άρχισαν και φέρνουν κάσες, μα σε λίγες περιπτώσεις.

Λύνουν τα χέρια του πεθαμένου που του τα έχουν σταυρωτά δεμένα, του λέει τα τελευταία λόγια ο παπάς και του ρίχνει το χώμα το αλαφρό.



Οι γυναίκες, που δεν είχαν βγάλει το λάρυγγα τους τον αποβγάνουν τώρα και λιγομαριάζουνται για τελευταία φορά.

Όλοι φεύγουν , στην εξώπορτα της εκκλησίας δύο τρείς έχουν αναλάβει να μοιράζουν τα ζεστά. Ετούτα τα κόλυβα, το παξιμάδι, το τυράκι δεν αφήνουν οι γυναίκες τα κοπέλια να τα βάλουνε στο σπίτι γιατί είναι λέει κακό πράμα. Όταν τυγχάνει να είναι χειμώνας κοιτάζουν να μην βρέχει όταν θάβουν το νεκρό γιατί όταν βραχεί ο πεθαμένος σαράντα μέρες λένε, πως βρέχει συνέχεια.

Αφού περάσουν τρεις ημέρες μετά την ταφή στο σπίτι του πεθαμένου κάνουν ένα σωρό δουλειές. Καθαρίζουν, πλένουν και βάφουν όλα τους τα φουστάνια μαύρα. Αν ήταν νέος ο μακαρίτης δεν αλλάζει πλέον η μάνα του ή η γυναίκα του το μαύρο φουστάνι και δε βγάνει το μαύρο τζεμπέρι σε όλη της τη ζωή. Το ίδιο φορούν μαύρα και οι αδελφές του και θα τα φορούν μέχρι να είναι σε αυτό το σπίτι , μέχρι να παντρευτούν. Βάφουν ακόμα και τα πορτοπαράθυρα μαύρα κι αν τύχει και ήταν μοναχοκληρονόμος ή μοναχογιός, δεν τα ξεβάφουν ποτέ.

Στις εννιά ημέρες επάνω του κάνουν το πρώτο μνημόσυνο. Την προηγούμενη της Κυριακής ετοιμάζουν ένα μεγάλο τσικάλι και βάζουν μέσα 7-8 οκάδες στάρι να βράσει. Σαν ψηθεί το σουρώνουν και το βάζουν μέσα σε μια σκάφη και το ανακατεύουν με την κουτάλα να στεγνώσει.

 Πρώτη δουλειά όμως είναι να σιάξουν το ζουμί και ρίχνουν μέσα απούλα τα μπαχάρια και τα μυρωδικά και αρκετή ζάχαρη να γενεί χειλός. Τα κοπέλια και οι γυναίκες της γειτονιάς είναι μαζωμένες για να πιούνε. Γεμίζουν όμως και κανάτες και δυο γυναίκες πηγαίνουν στα μαγαζιά και δίνουν ένα φλιτζάνι ζουμί στον καθένα κι ένα πιατάκι κόλυβα για να συγχωρέσουν.

Το βράδυ μαζεύονται στο σπίτι κάμποσες γυναίκες και ειδικευμένες νοικοκυρές για να στολίσουν τα κόλυβα. Δυο δίσκοι πρέπει να πάνε στην εκκλησία ενώ γεμίζουν και του παπά το πιάτο. Αν είναι εποχή της μυζήθρας σιάζουν και ένα δίσκο καλιτσούνια ή ένα δίσκο τυρί ή ότι άλλο είναι της εποχής, πορτοκάλια και τέτοια. Γεμίζουν και μια μπουκάλα κρασί, όλα μαζί ετούτα τα βάζουν πάνω στο τραπέζι καταμεσής του σπιτιού μαζί με ένα ποτήρι νερό και καίνε λιβάνι και τα θυμιάζουν γιατί τη νύχτα λέει θα πάει η ψυχή και θα τα δει. Θυμιάζουν ακόμα και όσα ρούχα είχε ο μακαρίτης και παπούτσια γιατί πρέπει να τα δώσουν στους φτωχούς, για την ψυχή του.

Ως τα σαράντα πρέπει να ψήνουν κάθε μέρα καλό φαί και να πηγαίνουν ένα πιάτο με ψωμί και κρασί, αν υπάρχει ένα σπίτι φτωχικό.


Περασμένους χρόνους δίναν και του παπά ένα ελαιόδεντρο να τον μνημονεύει και ο παπάς τότε είχε πολλές ελιές. Τώρα όμως τα έχουν κόψει αυτά.

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την "Επιχείρηση Ερμής" στην Κρήτη το Μάιο του 1941

Τραυματίας αλεξιπτωτιστής  Στις 25 Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί να γιορτάζεται η Ημέρα της Εθνικής Αντίστασης, της αντίστασης τ...