Η χύμα διακίνηση «φρενάρει» στις θετικές προοπτικές του ελληνικού ελαιολάδου - Ιστορίες, Ρεπορτάζ, Σχολιασμός
 
[style="border: 2px solid; border-color: rgb(55, 62, 89); border-radius: 5px;"] Διαφήμιση Νο 2ος Χωρος Διαφημισης Sat Alarm
ad banner
Διαφήμιση Νο 2ος
 
Διαφήμιση Νο 1ος Χωρος Διαφημισης to pagoto
to pagoto kritis
Διαφήμιση Νο 2ος

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η χύμα διακίνηση «φρενάρει» στις θετικές προοπτικές του ελληνικού ελαιολάδου



Θετικές εμφανίζονται οι προοπτικές για το ελληνικό ελαιόλαδο κατά τη νέα ελαιοκομική περίοδο, που θα ξεκινήσει σε περίπου  δύο μήνες, καθώς τόσο ο όγκος της παραγωγής όσο και η εκτιμώμενη τιμή που μπορεί να επιτύχει το προϊόν αναμένεται να κινηθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Στη νότια παραλιακή ζώνη της Κρήτης αλλά και σε κεντρικές περιοχές, τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν πως, θα παραχθούν ποσότητες ελαιολάδου ανάλογες με εκείνες της προηγούμενης ελαιοκομικής περιόδου ενώ η εικόνα στα βόρεια παράλια είναι αμφιλεγόμενη, εξαιτίας της δακοπροσβολής.

Η μέση τιμή του ελαιολάδου αυτή την εποχή στο νησί αγγίζει τα 3.70-3.80 ευρώ με την προσφορά, από μέρους των ελαιοπαραγωγών, να είναι περιορισμένη μια και η πλειοψηφία τους δεν διαθέτει πλέον σημαντικά αποθέματα προς πώληση.

Εφόσον οι καιρικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα πρόκειται για τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, μετά την καταστροφική λόγω σχινοκαρπίας περίοδο 2013-2014, που οι Κρητικοί ελαιοπαραγωγοί θα έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν βελτιωμένες τιμές για την αυξημένη παραγωγή τους.

 Κι ενώ η άνοδος της τιμής μοιάζει να είναι ευλογία για τον παραγωγό φαίνεται να προβληματίζει τους τυποποιητές που την θεωρούν αιτία απωλειών στις αγορές, όπου κινούνται, αλλά και ενίσχυσης της διάθεσης του χύμα ελαιολάδου.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης ,Γιώργος Ανδρεαδάκης , εκφράζει την άποψη πως το όφελος από την αύξηση των τιμών είναι πρόσκαιρο αν θελήσουμε να δούμε τον τομέα του ελαιολάδου συνολικά και σε βάθος χρόνου. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ενισχύει τη χύμα διάθεση του προϊόντος στο εξωτερικό και δυσκολεύει πολύ τις κινήσεις των επιχειρήσεων που προσπαθούν να αλλάξουν τη μοίρα του και να το εξάγουν τυποποιημένο κατευθείαν από την Ελλάδα.

Η ξαφνική και σημαντική αύξηση της τιμής από τα 3.50 ευρώ, που ήταν το προηγούμενο διάστημα, στα 3.80 ακόμα και 3.90 ευρώ το κιλό ζημίωσε, κατά τον κ Ανδρεαδάκη, τον κλάδο του καθώς είχε ήδη κλείσει συμφωνίες με το εξωτερικό βασιζόμενος σε τιμές παραγωγού από 3.30-3.50 ευρώ.

«Με πτώση 52% και 53% αντίστοιχα στις διαθέσιμες ποσότητες ελαιολάδου σε Ιταλία και Ισπανία είχαμε μια μοναδική ευκαιρία να εκτοπίσουμε τους ανταγωνιστές μας από πολλά ράφια αλλά τελικά εξαιτίας της αστάθειας των τιμών δεν τα καταφέραμε» εξηγεί ο κ Ανδρεαδάκης .

Τα στοιχεία του Συνδέσμου Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης δείχνουν πως την περίοδο 2014-2015 παρήχθησαν στην χώρα μας περίπου 300.000 τόνοι ελαιολάδου, ποσότητα που ήταν αυξημένη σχεδόν κατά 127% σε σύγκριση με την περίοδο 2013-2014. Από τις ποσότητες αυτές το 60% πωλήθηκε ως χύμα και μόλις 30.000-35.000 τόνοι τυποποιήθηκαν, και πήραν τη θέση που τους άξιζε στα ράφια του εξωτερικού, ως καθαρά ελληνικό προϊόν . Στην Κρήτη, να σημειώσουμε, από την ποσότητα του τυποποιημένου εξαγώγιμου προϊόντος αναλογούν σχεδόν 10.000-12.000  τόνοι.

Ο κ Ανδρεαδάκης τονίζει πως ζητούμενο του ελαιοπαραγωγού θα πρέπει να είναι, φυσικά, η εξασφάλιση καλής τιμής για το προϊόν του αλλά κυρίως το να καταφέρει η διάθεση του στο εξωτερικό να γίνεται μετά από τυποποίηση στην Ελλάδα και όχι χύμα.

 Η ελαιοκομική χρονιά που κλείνει σε λίγο, αλλά και αυτή που θα ακολουθήσει, θα έχουν θετικό οικονομικό αποτέλεσμα για τους ελαιοπαραγωγούς μας καθώς οι μειωμένες παραγωγές στην Ιταλία, λόγω του βακτηρίου Χylella fastidiosa, αλλά και στην Ισπανία, λόγω ξηρασίας, αυξάνουν την τιμή που πετυχαίνουν. Όμως τι γίνεται όταν αποκατασταθεί η παραγωγή στις ανταγωνίστριες χώρες (Ιταλία, Ισπανία) σε συνδυασμό με το γεγονός του ότι απέναντι μας μπαίνουν επιθετικά στην παραγωγή ελαιολάδου χώρες όπως η Τουρκία (φέτος έφθασε τους 220.000 τόνους ελαιολάδου) και η Συρία;

Οι τυποποιητές βλέπουν ως μοναδική λύση για την αναστροφή της κατάστασης, ως προς την διάθεση χύμα ελαιολάδου στο εξωτερικό, τη συμβολαιακή γεωργία.
Μέσα από τις σταθερές τιμές που θα εξασφαλίζει η συμβολαιακή γεωργία, και οι οποίες θα καλύπτουν βεβαίως τον παραγωγό, θα μπορέσουν και οι ίδιοι να παίξουν με άνεση το «παιγνίδι» στο ράφι εκτοπίζοντας εκείνους που επί δεκαετίες εκμεταλλεύονται την προστιθέμενη αξία της ποιότητας του ελληνικού ελαιολάδου για να κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά.

Ως γνωστόν η Ιταλία αξιοποιεί τα οργανωμένα δίκτυα των επιχειρήσεών της, εισάγει χύμα ελαιόλαδο από τη χώρα μας, και όχι μόνο, και το επανεξάγει τυποποιημένο έχοντας μια υπεραξία που έχει υπολογιστεί σε πάνω από 1.30 ευρώ ανά κιλό. Ταυτόχρονα η γειτονική μας χώρα διασφαλίζει για τους δικούς της παραγωγούς τις καλύτερες δυνατές τιμές, τιμές που ούτε στα όνειρα τους έχουν δει ποτέ οι έλληνες ελαιοπαραγωγοί. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, (3/09 και 4/09), με βάση τα δεδομένα που κατέγραψε στην ηλεκτρονική του σελίδα το ISMEA, η τιμή του έξτρα παρθένου ελαιολάδου στην περιφέρεια της Πούλια άγγιξε τα 6.10 ευρώ, το ίδιο και στην Περούτζια ενώ στη Φόγγια κινήθηκε στα 5.28 ευρώ και στο Μπρίντιζι στα 4.90 ευρώ.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον κ. Ανδρεαδάκη και ο πρόεδρος του Δικτύου Κρητικού Ελαιολάδου Μανώλης Φραγκάκης ο οποίος με έμφαση τονίζει πως σύνθημα και αρχή μας στην Ελλάδα πρέπει να είναι το να μην εξάγουμε ούτε ένα κιλό χύμα ελαιολάδου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να πάρουμε τις αγορές στα χέρια μας και να διακινούμε μόνο τυποποιημένο προϊόν αν θέλουμε να πάψει το ελληνικό ελαιόλαδο να δίνει αξία και κέρδη στους ιταλούς εξαγωγείς.

Βέβαια ο κ Φραγκάκης αναγνωρίζει πως υπάρχουν αρκετές δυσκολίες στην προσπάθεια μεταστροφής στον τομέα του ελαιολάδου στη χώρα μας. Αφενός οι συνεταιριστικές οργανώσεις έχουν αποστερηθεί ουσιαστικού ρόλου παρέμβασης στην αγορά του συγκεκριμένου προϊόντος κι αφετέρου οι ομάδες παραγωγών είναι λιγοστές και χωρίς, ακόμα, ισχυρή παρουσία στα πράγματα.
Από την άλλη μεριά η διαρκής επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα δεν αφήνει ανέγγιχτους τους ίδιους τους ελαιοπαραγωγούς, που μέσα στον κυκεώνα των φόρων αλλά και της έλλειψης ρευστού δεν αντιστέκονται στον πειρασμό του να πωλήσουν το ελαιόλαδο τους σε οργανώσεις και εμπόρους που προωθούν τη χύμα εξαγωγή του.

Ο πρόεδρος του Δικτύου Κρητικού Ελαιολάδου δίνει επίσης μεγάλη έμφαση στο ζήτημα της ποιότητας του ελληνικού λαδιού. Μπορεί ναι μεν η φύση να το έχει προικίσει με εξαιρετικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να δώσουμε επιπλέον προσοχή ώστε αυτά να μην χάνονται, στη διαδικασία που μεσολαβεί από τη στιγμή που οι ελιές πηγαίνουν για έκθλιψη μέχρι τη στιγμή που παράγεται και αποθηκεύεται το ελαιόλαδο.

Δυστυχώς, μας λέει ο κ Φραγκάκης, η ποιότητα του ελαιολάδου μας έχει μείνει στα επίπεδα που ήταν 50 χρόνια πριν, την ώρα που χώρες, όπως η Τυνησία, κάνουν άλματα στην αναβάθμιση του τελικού τους προϊόντος.
«Φαινόμενα μεταφοράς του ελαιοκάρπου σε πλαστικά σακιά και δεξαμενές ελαιολάδου που βρίσκονται εκτεθειμένες στον ήλιο και στη βροχή πρέπει να εκλείψουν», σημειώνει και προσθέτει « Αν προσέξουμε το θέμα της ποιότητας του προϊόντος μας και στηριχθούν οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις (που στενάζουν λόγω capital control) ώστε να μπορούν να πληρώνουν άμεσα τους παραγωγούς, για το προϊόν που τους παραδίδουν, τότε μπορούμε να κάνουμε ένα θετικό βήμα προς τα εμπρός».

Από τα παραπάνω, τελικά, προκύπτει πως ο αρχικός χαρακτηρισμός ως θετικών των προοπτικών για τη νέα ελαιοκομική περίοδο θα πρέπει, αναπόφευκτα, να συνοδεύεται από προβληματισμό. Μπορούμε άραγε να μιλάμε για θετικές προοπτικές στο ελαιόλαδο όταν εξακολουθούν οι μεγαλύτερες ποσότητες του να διακινούνται χύμα και να εξαρτάται η τιμή του από την παραγωγή ελαιολάδου των ανταγωνιστών μας;

Σε μια χώρα που βρίσκεται τρίτη στην παγκόσμια κατάταξη σε όγκο παραγωγής και πρώτη στην παραγωγή παρθένου ελαιολάδου μπορεί να αποτελεί θετική προοπτική η διαμόρφωση τιμών ανάλογα με τη ζήτηση που εμφανίζει η Ιταλία για το ελληνικό προϊόν με στόχο την επανεξαγωγή του με brand name ιταλικό;

Ένα είναι βέβαιο: το ελληνικό ελαιόλαδο  μπορεί να έχει προοπτικές καλύτερες από τα 237,1 εκατομμύρια ευρώ που απέδωσε η εξαγωγή του (στοιχεία του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων) το 2014 αρκεί να συνεργαστούν στενά όλοι όσοι εμπλέκονται στην διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του στοχεύοντας σε ένα ισχυρό εξαγωγικό προϊόν με brand name αποκλειστικά ελληνικό.

Ελένη Βασιλάκη 


Post Bottom Ad

Η διαφημιση σας εδω

Σελίδες